Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2008

Χορός και μαθηματικά.

Aναρτήθηκε στην ΑΝΑΣΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ 10-2-2008

Δε θυμάμαι από πότε άρχισε να μου αρέσει ο χορός. Πιθανόν από τη μέρα που γεννήθηκα. 'Ισως πάλι από πριν γεννηθώ.
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, όπου γλέντι και χαρά, η Μαντάλω πρώτη. Στην πρώτη τάξη του δημοτικού έθεσα το αίτημα μου στην οικογένεια."Θέλω να με γράψετε στο μπαλέτο". Με έγραψαν. Σε ένα σύλλογο του δήμου με παραδοσιακούς χορούς. Τσάμπα βλέπεις.
Πού χρήματα για μπαλέτα και πολυτέλειες; Μεροδούλι- μεροφάι ο πατέρας, πέντε στόματα είχε να ταΐσει, μαζί με τη γιαγιά έξι. Και η "πριγκιπέσα" τους ήθελε και μπαλέτα. Βολεύτηκα με τους παραδοσιακούς. Εκεί εκτόνωνα το πάθος μου με την κίνηση και τον χορό.
Στην πρώτη Γυμνασίου γράφτηκα στο "Λύκειο Ελληνίδων". Για όσους δε γνωρίζουν… "πανελλήνιος συλλογος (ή σωματείο δε θυμάμαι)παραδοσιακών χορών".Τσάμπα και κει φυσικά. Αλλά είχα μεγαλώσει και δεν την έβρισκα πια με τους κυκλωτικούς χορούς.Ήταν η εποχή που είχαν αρχίσει να μου τη σπάνε οι κύκλοι γενικώς.
Τρελαινόμουν όμως με χορούς"ζευγαρωτούς", με ιδιαίτερη αδυναμία στο μπάλο , όπου εκεί μας μάθαιναν όσο χορεύουμε, να μην αφήνουμε από τα μάτια μας, τα μάτια του παρτενέρ μας. Σε οποίο σημείο βρισκόμασταν, απέναντι , δίπλα, πίσω , τα κεφάλια πάντα ήταν γυρισμένα και κοιταζόμασταν στα μάτια. (Κάτι που μου έχει μείνει μέχρι και τώρα, όχι όταν χορεύω, αλλά όταν συζητάω). Ήταν και ένας άλλος χορός, που μου άρεσε πολύ, φερμένος από τα βάθη της Ανατολίας, κάτι σαν βάση του γνωστού "ζεϊμπέκικου", με τη διαφορά ότι αυτός ο χορός απαγορεύονταν από το σύλλογο να τον χορεύουν τα κορίτσια, τα οποία απλά χτυπούσαν παλαμάκια όταν χόρευαν τα αγόρια(Ζεϊμπέκηδες). Όμως, το ζεϊμπέκικο μαζί με το τσιφτετέλι, ήταν εκείνοι ακριβώς οι χοροί που ήξερα από πριν γεννηθώ.
Στην τρίτη τάξη παράτησα και το Λ.Ε, δεν έφτανε ο χρόνος, ζοριζόμουν και στο σχολείο, μετριότατη μαθήτρια με εξαίρεση τα μαθηματικά, που μαζί με το χορό ήταν τότε οι δύο μεγάλες μου αγάπες.
Είπα μαθηματικά και τι θυμήθηκα…!
Έκτη τάξη στο τέταρτο Γυμνάσιο θηλέων. Κοπέλα ντροπαλή, διακριτική, σχεδόν αφανής. Μέσα μου κάτι σιγόβραζε, αλλά δεν είχα καταλάβει ακόμη τι ήταν. (Μη κάνετε συγκρίσεις με τις σημερινές εφηβικές ηλικίες...καμιά σχέση). Είχα ήδη αρχίσει τότε να καταλαβαίνω ότι ο χορός για μένα δεν ήταν απλά "γλέντι". Ήταν ένας τρόπος συναισθηματικής έκφρασης. Ήμουν στενοχωρημένη ...χόρευα. Ήμουν χαρούμενη ...χόρευα.Όταν ερωτεύτηκα τον Λάκη Κομνηνό έβγαζα τον νταλκά μου χορεύοντας σέικ. Όλες οι φίλες μου τότε ήταν ερωτευμένες με τον Πουλόπουλο. Εγώ με τον Κομνηνό τον οποίο μάλιστα γνώρισα σε ρόλο κακού και αιμοβόρου, βρώμικου και άσκημου, δε θυμάμαι πιο έργο ήταν. Δηλαδή θυμάμαι, αλλά δε θέλω να θυμάμαι τις μαλακίες που μας πήγαιναν να βλέπουμε με το σχολείο, άσε που άμα το πω θα προδοθεί η χρονολογία και... εντάξει μη σας προβληματίζω τώρα με προσθαφαιρέσεις.Μετά έγινε καλός και όμορφος στο "εκείνο το καλοκαίρι"αλλά τότε μου πέρασε, γιατί ερωτεύτηκα τον οδηγό του λεωφορείου με το οποίο πηγαίναμε σχολείο και είχε βάρδια πρωινή μέρα παρά μέρα. Έναν μουρτζούφλη γύρω στα εικοσιπέντε, με τη τσίμπλα στο μάτι και μονίμως αξύριστο, επτά η ώρα το πρωί που παίρναμε το λεωφορείο. Στον οδηγό αφιέρωσα καμιά δεκαριά μπάλους. Μετά μου πέρασε κι αυτός.
Τελευταία εκδρομή, ημερήσια, λίγο πριν αρχίσουν οι τελικές εξετάσεις. Συνοδός των τριάντα κοριτσιών της τάξης μου, ο μαθηματικός. Νέος(με τα σημερινά μου μάτια) και φρεσκοδιορισμένος εκείνη τη χρονιά στο σχολείο μας . Εικοσιπέντε από τις συμμαθήτριες ερωτευμένες με τον μαθηματικό. Οι άλλες τέσσερις, δεσμευμένες ήδη, πήγαιναν για γάμο μετά το τέλος του σχολείου. Και εγώ, που εκτός ότι αναρωτιόμουν τι του έβρισκαν του «γέρου», ήταν και το γεγονός ότι με αηδίαζε οτιδήποτε είχε σχέση με χαρέμι και αγέλη.( Κάτι που δε κατάφερα να ξεπεράσω μέχρι και σήμερα). Φανατικός πολέμιος της "αγελοποίησης των μαζών"κάποια ωραία εποχή... Αγελοποιήθηκα (λίγο) αναγκαστικά αργότερα, αλλά η χαρεμοποίηση συνεχίζει να μου προκαλεί αναγούλα.
Στο δρόμο της επιστροφής, λοιπόν, από την εκδρομή. Μουσική στο πούλμαν με τραγούδια μερακλίδικα, οι εικοσιπέντε σαν σουρωμένες μελισσούλες να σειούνται να λυγιούνται γύρω από τον μαθηματικό στις μπροστινές θέσεις, οι τέσσερις κοιμόντουσαν ή ονειρεύονταν τη μέρα του γάμου τους και γω στη τελευταία σειρά των καθισμάτων, είχα κλείσει τα μάτια μου για να μη βλέπω τις «μελισσούλες» και μου γυρίζουν τ' άντερα.
Συνεπαρμένη από τη μουσική χόρευα με τη φαντασία μου τον δικό μου χορό, μόνο για μένα, ξυπόλητη σε μια αμμουδιά, δίπλα σε μια μεγάλη φωτιά. Τώρα πώς τόλμησα και πώς μου βγήκε δε ξέρω... σηκώνομαι όρθια πάνω στο κάθισμα, χωρίς ν'ανοίξω τα μάτια μάτια μου και αρχίζω να λικνίζομαι σε αργό ρυθμό τσιφτετελιού, μιμούμενη τη κίνηση των φύλλων του δέντρου, όταν ελαφρύς αέρας τα διαπερνά, με τα χέρια ψηλά, χαλαρά και λυγισμένα ελαφρώς στους αγκώνες, να κάνουν κινήσεις ανάλογες με το σώμα, πότε να σταυρώνουν μεταξύ τους μπροστά στο πρόσωπο, πότε να ανεβαίνουν λίγο πάνω από το κεφάλι, πότε να κατεβαίνουν στο ύψος των ώμων, ακολουθώντας την ήπια αυτή κίνηση οι παλάμες και τα δάκτυλα. Το κεφάλι ριγμένο πάντα πίσω, χωρίς να ανοίγουν τα μάτια. Βρισκόμουν σε κατάσταση έκστασης.
Το τραγούδι τέλειωσε, συνήλθα από την έκσταση και κατακόκκινη (φαντάζομαι) γιατί αισθανόμουν να έχει πάρει φωτιά το πρόσωπό μου, άνοιξα τα μάτια μου με την ελπίδα ότι δε με είχε δει κανείς. Όμως, λίγα εκατοστά μπροστά μου βλέπω το πρόσωπο του μαθηματικού, ανασηκωμένο προς το μέρος μου, όπως συνέχιζα να είμαι επάνω στο κάθισμα, να με κοιτάζει με ένα βλέμμα που πρώτη φορά έβλεπα στη ζωή μου.(Λίγο καιρό αργότερα έμαθα ότι αυτό είναι "βλέμμα αντρικό") και με μια φωνή αγνώριστη(ένα χρόνο τον άκουγα να παραδίδει, τέτοιο ήχο πρώτη φορά άκουγα) να μου λεει:
«Βρε σιγανοπαπαδιά …που ήσουν κρυμμένη εσύ τόσο καιρό»;
«Πως είπαμε σε λένε»;
«Δε σε ρώτησα το επώνυμο... το άλλο... το μικρό…»

ΕΕΕΕΕ...ΕΕΕΕΕ.....ΕΛΑ ΣΤΟ ΧΟΡΟ....!
ΡΙΧΤΟ ΡΕ ΝΙΟΝΙΟ ΚΑΙ ΠΑΜΕ ΑΝTAMA



Update: Το τραγούδι που πρόσθεσα παρακάτω είναι αφιερωμένο εξαιρετικά στο φίλο μου τον Μπάλο (Gvarvaki) που μου ζήτησε κάτι μερακλίδικο σαν αυτό του πούλμαν. Εγώ όμως έβαλα ακριβώς ΑΥΤΟ ΤΟΥ ΠΟΥΛΜΑΝ!
(Καλά μερακλώθηκα για τα καλά σήμερα!)


Στίχοι: Νίκος Γκάτσος. Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος. Ερμηνεία: Σωτηρία Λεονάρδου
cd "Το ρεμπέτικο"




Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008

Η σκιά της φλόγας

Mια φορά κι έναν καιρό ήταν μια Ανάσα. Η Ανάσα του Βορρά! Κάποια στιγμή άλλαξε σπίτι, άλλαξε όνομα (μη ψάχνετε τώρα τους λόγους, αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο) και έγινε Ανασαιμιά.

Σκέφτηκα λοιπόν να μεταφέρω εδώ κάποιες από τις αναρτήσεις που είχα κάνει στην "Ανάσα του Βορρά" και τις έχω ιδιαίτερη αδυναμία. Με αυτόν τον τρόπο κάνω και μια σύνδεση με το παλιό αγαπημένο μου μπλογκάκι για να το γνωρίσουν και οι καινούριοι μου φίλοι.





"Κι γω σ’ ευχαριστώ! Αν και το πιο σύντομο, αυτό ήταν το πιο όμορφο "ταξίδι" μας από όλα τα προηγούμενα."
Ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο κι η πόρτα έκλεισε.
Αυτή τη φορά όχι με δύναμη ή κλωτσιά όπως άλλοτε. Όχι! Απαλά, αργά, σιγανά. Σαν κάποιος να κοιμόταν και δεν ήθελε να τον ξυπνήσει.
Σώμα και κεφάλι στηρίχτηκαν στη πόρτα, μάτια που σφάλισαν, χέρια που παρέλυσαν και κρέμασαν, αλλά η ακοή συνέχισε να ελπίζει…
Ήχος από βήματα που απομακρύνονταν…ήχος ασανσέρ που ανεβαίνει… ήχος ασανσέρ που σταματάει… ήχος κλεισίματος πόρτας ασανσέρ… ήχος ασανσέρ που κατεβαίνει… και μετά …ο τρομακτικός ήχος της απόλυτης σιωπής. Η ανάσα έκανε μια διακεκομμένη θορυβώδη βουτιά στους πνεύμονες, όταν συνειδητοποίησε ότι είχαν αδειάσει.
'Ορμηξε στα στίβενσαν. Δυο δάχτυλα που έτρεμαν έκαναν προσπάθεια να βγάλουν ένα τσιγάρο που έσπασε στη διαδρομή. Δεύτερo. Bγήκε σώο! Η στέρηση της νικοτίνης ήταν σίγουρα αυτό που έφερνε το τρέμουλο. Δυο ώρες χωρίς τσιγάρο και μάλιστα με τέτοια συζήτηση, δεν είναι λίγο. 'Ασχετα αν τις ώρες που ήταν μαζί , η τελευταία της έγνοια ήταν το κάπνισμα. Δεν της το είχε απαγορέψει ποτέ. Αντιθέτως! Αλλά δεν ήθελε να του το θυμίζει σκεπτόμενη μήπως τον παρασύρει πάλι σε παλιές του «αμαρτίες».
Τον σεβόταν πάνω απ’ όλα. Τον σεβόταν όσο τίποτα άλλο! Τον σεβόταν όχι με την έννοια του φόβου αλλά την άλλη, την …γνήσια, εκείνη που πηγάζει από… πού στο διάολο είναι ο αναπτήρας; Ποτέ δεν τον βρίσκεις όταν τον χρειάζεσαι.
Θαρρείς και εξαφανίζεται ως δια μαγείας. Μα πριν λίγο, που της μιλούσε, όταν γύρισε τα μάτια προς το διαχωριστικό, ψάχνοντας ένα σημείο να κρύψει το βλέμμα της, είδε τον αναπτήρα πάνω στα τσιγάρα της. Ήταν σίγουρη γι’ αυτό! Βρήκε άλλον κι άναψε τσιγάρο. Δυσκολεύτηκε να σημαδέψει τη φωτιά εκεί που έπρεπε. Όταν το πέτυχε, συνέχισε να κρατάει τον αναπτήρα αναμμένο στην ίδια θέση. Σα να προσπαθούσε με τη φλόγα του να κάψει τις αναμνήσεις... τα όνειρα…
Η νικοτίνη βούτηξε με λύσσα στο αίμα. Ένοιωσε το μούδιασμα. Το τρέμουλο δεν σταμάτησε. Περίεργο!
Προχώρησε προς τη μπαλκονόπορτα. Κοίταξε κάτω στο δρόμο, πιέζοντας με τον αντίχειρα του χεριού που κρατούσε το τσιγάρο, τη δεξιά άκρη του κάτω της χείλους, δαγκώνοντας την. Ο καπνός εισχώρησε στη μύτη και τα μάτια της και δάκρυσε. Από αυτό ήταν τα δάκρυα λοιπόν; Από τον καπνό! Φοβήθηκε μήπως ήταν… από κάτι άλλο(;)… Αποκλείεται! Δεν έκλαιγε εύκολα. Σχεδόν ποτέ!
Της ήρθε στο νου η Λαμπέτη στη «Φιλουμένα Μαρτουράνο»… «Ντουμή, κλαίω, κλαίω Ντουμή…κλαίω, μπορώ και κλαίω…»!!! Άγγιγμα των δακρύων με το δείκτη… δοκιμή της γεύσης τους με την άκρη της γλώσσας. Μιμήθηκε την κίνηση της Λαμπέτη-Φιλουμένα. Πικρά της φάνηκαν. Μπα, θυμάται ότι πριν πολλά πολλά χρόνια, τότε που μπορούσε να κλάψει, ότι ήταν αλμυρόξινα. Και τώρα πικρά; Άλλαξε η γεύση τους; Το κωλοτσίγαρο θα φταίει.
Ίσα που πρόλαβε να δει τον σκούρο μπλε όγκο της Ξαρά να εξαφανίζεται στη βροχή, παίρνοντας τη τελευταία στροφή.
-Καλό «δρόμο» να έχεις και να προσέχεις.

Ανάσα του Βορρά 5-2-2008

Marianne Faithfull-Who will take my dreams away

Get your own playlist at snapdrive.net!


I can't give you all my dreams
Nor the life I live.
You and I know what friendship means,
That's all we got to give.

Who will take your dreams away
Takes your soul another day.
What can never be lost is gone,
It's stolen in a way.

Please, don't stand too close to me,
Can you hear my heart ?
Take my warmth and lean on me
When we're not apart.

Now our mission is complete
And our friends are here. (?)
Evil things brought down by the light,
Life goes on until the end.

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2008

Ο Μήτσος της Αριάδνης

Διήγημα


Ο Μήτσος χώθηκε κάτω από το ντουζ και απόλαυσε τη θαλπωρή του χλιαρού νερού. Γρήγορα όμως άλλαξε γνώμη γιατί σκέφτηκε κάτι καλύτερο. Άφησε τη βρύση ανοιχτή να γεμίζει η μπανιέρα και πήγε γυμνός προς το σαλόνι ενώ πίσω του μικρές λιμνούλες σχημάτιζαν τα νερά που έσταζαν από το σώμα
Κοίταξε τον εαυτό του με θαυμασμό, ρούφηξε όσο γινότανε τη μεγάλη χαλαρή κοιλιά και προέταξε το πάλαι ποτέ σφριγηλό του στήθος, ενώ το προγούλι του από το ζόρι κρέμασε ακόμη περισσότερο. Κράτησε όσο άντεξε την αναπνοή του και μετά αφέθηκε. Όλα ξαναχύθηκαν στα αρχικά τους σημεία. Δεν πτοήθηκε. «Δεν έχεις ανάγκη μάγκα μου, έχεις κρυφές χάρες εσύ!» Αν και οι «κρυφές του χάρες» ήταν παντελώς αόρατες στο καθρέφτη, έκλεισε πονηρά το μάτι στο είδωλό του.
Πήρε από το μπαρ ένα μπουκάλι κονιάκ, γέμισε ένα ποτήρι και το κατέβασε μονορούφι. Πήγε προς το στερεοφωνικό και άρχισε να ψάχνει τα σιντι. Βρήκε ένα του Σινάτρα, το έβαλε στο μηχάνημα, δυνάμωσε τέρμα τη μουσική και με το μπουκάλι στο χέρι ξαναγύρισε στο μπάνιο. Αφέθηκε σε μια απολαυστική σλόου μόσιον βύθιση στη μπανιέρα. Αραχτός μέσα στην εξοντωτική γαλήνη , πήρε μια βαθειά ανάσα ανακούφισης, έκλεισε αργά τα μάτια του και συγκέντρωσε τη σκέψη του στα θετικά στοιχεία της υπόθεσης. Συνέχισε να πίνει από το μπουκάλι. Είχε το κεφάλι του ακουμπισμένο σε μια πετσέτα και απολάμβανε τη φωνή του Φράνκυ που τραγουδούσε το
“My way”.Άλλη μια ρουφηξιά και το μπουκάλι έφτασε σχεδόν στη μέση.
Του ήρθαν στο μυαλό τα σημερινά γεγονότα. «Ουδέν κακόν αμιγές καλού» σκέφτηκε. Όσο το αλκοόλ από το μπουκάλι μεταφερόταν στο αίμα του, άρχισε ν’ αναπολεί τις ερωτικές του περιπέτειές σε αυτά τα είκοσι χρόνια γάμου. Στο πρόσωπό του σχηματίστηκε ένα χαμόγελο ικανοποίησης. «Α ρε μπαγάσα, οι αμαρτίες σου ξεπερνάνε σε μήκος το σινικό τοίχος» σκέφτηκε και θαύμασε τον εαυτό του. Ερωτικές περιπετειούλες, που όμως σταμάτησαν εδώ και ένα χρόνο σχεδόν, με το που γνώρισε την Φανούλα. Μια σαρανταπεντάρα χωρισμένη, με ένα γιό, του έκλεψε καρδιά και μυαλό. Και το σημαντικότερο. Η Αριάδνη, η γυναίκα του, δεν είχε πάρει πρέφα τίποτα απ’ όλα αυτά.
Την Αριάδνη την προξένεψε η μάνα του. «Καλό κορίτσι, στην ηλικία σου, λιγομίλητο άβγαλτο και θρήσκο, με ηθικές αρχές και αποκατεστημένη» του είπε. Το αποκατεστημένη το τόνισε ιδιαίτερα και του Μήτσου δε του πέρασε απαρατήρητο. Έτσι κλείστηκε η συνάντηση γνωριμίας. Ο Μήτσος τριάντα ετών τότε, τελειόφοιτος της Βιομηχανικής σχολής, δούλευε σα βοηθός λογιστή ενώ ήδη είχε αλλάξει 3 εταιρίες μέσα σε 2 χρόνια, έχοντας στο βιογραφικό του ελάχιστες ερωτικές σχέσεις, που είχαν λήξει άδοξα αφού και η μαμά τις εύρισκε «φτωχές» και ως εκ τούτου ακατάλληλες για νύφες. Οι φτωχοί πρέπει να παντρεύονται πλούσιες, ήταν το μότο της μαμάς και ο Μήτσος δεν ήθελε να την στενοχωρήσει.
Η πρώτη σκέψη όταν πρωτοαντίκρισε την Αριάδνη ήταν το τρέξιμο, αλλά μετά ήρθε η δεύτερη. Η τρίτη οδήγησε στο γάμο. Έτσι από παιδί της μαμάς, μετά το γάμο του έγινε ο Μήτσος της Αριάδνης. Το να είσαι σύζυγος της Αριάδνης είχε ένα σωρό πλεονεκτήματα . Και ένα μόνο μειονέκτημα: Να είσαι σύζυγος της Αριάδνης.
Μόλις παντρεύτηκε πήγε να δουλέψει στο εργοστάσιο υποδημάτων του πεθερού του. Έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Σύντομα ο πεθερός αποσύρθηκε και ανέλαβε τη διεύθυνση του εργοστασίου. Κατάφερε να επεκτείνει την επιχείρηση και μάλιστα η φίρμα να γίνει γνωστή και σε χώρες της Ευρώπης αφού δραστηριοποιήθηκε και στις εξαγωγές. Επαγγελματικά όλα πήγαιναν καλά. Το πρόβλημα όμως ήταν με τη γυναίκα του, μιας και το καλό κορίτσι αποδείχτηκε μια κακομαθημένο, μια απαιτητική και αυταρχική γυναίκα, που του πήρε τον αέρα από την αρχή.
Η Αριάδνη είχε ένα μοναδικό τρόπο να παντρεύει τη θρησκευτική πίστη με την αποχαυνωτική λατρεία του λάιφ στάιλ. Συνδύαζε την ηθική με το ντιζάιν και τη σωτηρία της ψυχής με τις πιστωτικές κάρτες. Η εξουσία της Αριάδνης δεν επιδεχόταν δημοκρατικές διαδικασίες και διάλογο. Οι φράσεις «Τι ήσουν και κοίτα τι σ’ έκανα» ή «ότι είσαι σε μένα το χρωστάς» ήταν ατάκες που δεν έπαυε να ξεστομίζει κάθε φορά που ο σύζυγός της τολμούσε να της φέρει αντίρρηση σε κάτι, αν και το απέφευγε όσο μπορούσε, σαν άνθρωπος χαμηλών τόνων.
Οι σεξουαλικές τους σχέσεις ήταν η απόλυτη καταστροφή. Η Αριάδνη είχε μια καταπληκτική, σχεδόν διαστροφική ικανότητα, με την πρόφαση των ηθικών αναστολών να τον κόβει πάντα πάνω στο καλύτερο, κάθε φορά που το έκαναν και έτσι οι συνευρέσεις άρχισαν να φθίνουν μέχρι που έφτασαν στο σημείο μηδέν. Δεν άντεχε πια ούτε να τη βλέπει και πολύ περισσότερο ούτε να την ακούει.
Με τη δικαιολογία της δουλειάς, συμβουλίων, γευμάτων εργασίας, δημοσίων σχέσεων και το σημαντικότερο τα τακτικά επαγγελματικά ή δήθεν επαγγελματικά ταξίδια που έκανε, είχε το χρόνο να ασχολείται με τις ερωτοδουλειές του. Αυτές βέβαια τελευταία είχαν περιοριστεί μόνο στη Φανούλα. Φρόντιζε να βρίσκεται ελάχιστα στο σπίτι, και άφηνε τη γυναίκα του να ασχολείται με τα σπα και τις φιλανθρωπικές οργανώσεις.
Το αεροπορικό ταξίδι για Βιέννη είχε προγραμματιστεί για το μεσημέρι και θα τον κρατούσε ένα βράδυ μακριά από το σπίτι. Φτάνοντας στο αεροδρόμιο πληροφορήθηκε ότι η πτήση είχε καθυστέρηση λόγω ομίχλης. Πολύωρη η αναμονή και συνεχείς οι ανακοινώσεις για νέες καθυστερήσεις, αφού η ομίχλη δεν έλεγε να εγκαταλείψει το αεροδρόμιο της συμπρωτεύουσας. Όσο περίμενε, άρχισε για άλλη μια φορά να σκέφτεται το ενδεχόμενο να μιλήσει στην Αριάδνη για διαζύγιο. Αυτό ήταν κάτι που τελευταία κυριαρχούσε στη σκέψη του.
Φαντάστηκε πολλές φορές τη σκηνή, μα όταν έφτανε στην αντίδραση της Αριάδνης το ανέβαλε. Γύρω στις 6 το απόγευμα ακούστηκε από τα μεγάφωνα η τελευταία ανακοίνωση για την ακύρωση της πτήσης. Το πρώτο που σκέφτηκε ήταν να τηλεφωνήσει στη Φανούλα για να περάσουν τη νύχτα μαζί. Δυστυχώς όμως η ίωση του γιου της του χάλασε τα σχέδια. Έτσι πήρε το δρόμο της επιστροφής στο σπίτι. Είχε πάρει τη μεγάλη απόφαση. Θα μιλούσε στη γυναίκα του απόψε κιόλας, μόλις έφτανε. «Ότι είναι να γίνει θα γίνει» σκέφτηκε και πάτησε αποφασιστικά το γκάζι.
Μπήκε στο σπίτι κι ένας θόρυβος από το πάνω όροφο του σπιτιού του τράβηξε τη προσοχή. Άρχισε να ανεβαίνει τη ξύλινη σκάλα και λίγο πριν φτάσει στο τέλος της, η πόρτα της κρεβατοκάμαρας άνοιξε και εμφανίστηκε η Αριάδνη όπως τη γέννησε η μάνα της. Πρόσεξε τα μαλλιά της, όρθια και ανακατεμένα σε στυλ J.B.F (just been facked) και απόρησε. Όταν κοιμόταν πάντα φορούσε ρόλεϊ και όταν ήταν ξυπνητή το μαλλί της ήταν άψογα κολλαρισμένο. Η Αριάδνη έμεινε να τον κοιτάζει αποσβολωμένη. Την παραμέρισε και μπήκε στο δωμάτιο. Δεν πίστευε στα μάτια του. Ο κουμπάρος του ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι ολόγυμνος.
«Δεν είναι αυτό που νομίζεις» ψέλλισε.
Ο Μήτσος πήγε προς το μέρος του, με τα χέρια ανοιχτά και μια διάθεση να τον αγκαλιάσει, μα την τελευταία στιγμή αποφάσισε να κάνει αυτό που θα έκανε ο κάθε απατημένος σύζυγος που σέβεται τον εαυτό του. Σήκωσε τη γροθιά του έτοιμος να του ρίξει μπουκέτο, μα τον πρόλαβε η Αριάδνη που όρμησε πάνω του και τη τελευταία στιγμή του κράτησε το χέρι. Κοίταζε μια τον έναν και μια τον άλλον δήθεν συντετριμμένος και απευθυνόμενος στον κουμπάρο είπε με φωνή που έτρεμε:
«Κι εσύ τέκνον Βρούτε!»
«Αγαπιόμαστε εδώ και καιρό. Φεύγω μαζί του» του ανακοίνωσε ψυχρά και ενοχικά η Αριάδνη. «Αύριο θα στείλω να πάρουν και τα υπόλοιπα πράγματά μου. Οι δικηγόροι θα αναλάβουν τα διαδικαστικά και τα σχετικά με τη διανομή της περιουσίας μας. Αυτό το σπίτι δεν το χρειάζομαι μπορείς να το κρατήσεις».
Ο Μήτσος άφησε τα δάκρυα να κυλήσουν. Ο (τρελός) χορός θα άρχιζε μόλις έκλεινε η πόρτα.

Στίχοι:Βασίλης Παπακωνσταντίνου,Μουσική: Σταμάτης Μεσημέρης, Ερμηνεία : Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Get your own playlist at snapdrive.net!