Ο ουρανός είναι γεμάτος σύννεφα. Μαύρα σύννεφα που χτυπιούνται μεταξύ τους τρελαμένα απ’ τους αέρηδες. Κλείνει τα μάτια της κι εισπνέει το θαλασσινό αέρα μ’ ευγνωμοσύνη. Ισιώνει την πλάτη της για αρκετή ώρα, έχοντας τη ψευδαίσθηση ότι μ’ αυτή τη στάση θα ισιώσει τη ψυχή της. Γέμισε λακκούβες τελευταία κι είναι επικίνδυνη για ατυχήματα, για όποιον δεν ξέρει τι θα συναντήσει πλησιάζοντάς την.
Αισθάνεται ότι έχει σπαταληθεί. Όπως το νερό που τρέχει από τα λούκια και κυλιέται στην άσφαλτο, άχρηστο, αθόρυβο, περιττό. Σα ποταμός νοιώθει που έχει ξεστρατίσει.
Αυτός ο έρωτας που της έχει πάρει το νού, δεν είναι βράχος, ούτε πέτρινος όγκος ασάλευτος, γυμνός, γκρίζος. Αντάρα της θάλασσας είναι, αέρας δυνατός, ανεμοστρόβιλος σαν αυτόν που κάνει τα κύματα να ορθώνονταν σαν πελώριες βεντάλιες και να χτυπούνε αλύπητα τη στεριά, διεκδικώντας το χώρο. Τη κύκλωνε, τη παίδευε, την έτρωγε αργά αργά, βασανιστικά, όπως το σαράκι τρώει τη σάρκα και το μυαλό που υποτάσσονται σ’ αυτό που λέγεται πόθος.
«Λοιπόν Λενιώ μου,(έτσι συνήθιζε ν’ αποκαλεί τον εαυτό της), η ζωή τρέχει πολλές φορές εν αγνοία μας. Τα λάθη και οι αδυναμίες μας είναι σα τα σίδερα της φυλακής. Μας αμπαρώνουν και μας περιθωριοποιούν μέσα στις δικές τους ευθείες. Ο καθένας έχει τη δική του φυλακή έξω από δεσμοφύλακες. Λενιώ μ’ ακούς; Δεν αντέχω άλλο! Θέλω να ξεκολλήσω από αυτόν τον ανολοκλήρωτο έρωτα που σαν βεντούζα ρουφά το μυαλό μου, πίνει τη σκέψη μου, εκμεταλλεύεται το παρόν μου. Δεσμεύει τη ξενοιασιά μου, την ανεμελιά μου, την ελευθερία να χαρώ τη ζωή μου όπως τη θέλω εγώ. Κάλλιο να καταπιείς ένα μαγκάλι κάρβουνα παρά να ερωτευτείς. Στάχτη σε κάνει ο έρωτας. Στάχτη! Σαν μπει ο πειρασμός μέσα σου νερουλιάζει ο νους. Άσε, μη τα ρωτάς!» μονολογεί και ξεθυμαίνει. Ευτυχώς που δεν την ακούει κανείς.
Είναι πολύς ο καιρός που έτσι ονειροπαρμένη χτυπιόταν και στριφογύριζε σαν δαιμονισμένη στο κρεβάτι της. Ο έρωτας. Ο έρωτας που την έκαιγε, έτσι απλά σα τη φλόγα του αναπτήρα της. Μια φλόγα που έκανε το κορμί της να πυρακτώνεται, να πληθαίνουν οι χυμοί, να ζητούν διεξόδους.
Το ίδιο μαρτύριο κι αυτή τη νύχτα. Απ’ τα χαράματα σηκώθηκε και αγνοώντας τον καιρό πήρε τον κατήφορο για τη παραλία. Πλάι στο μουγκρητό της θάλασσας που χόχλαζε από θυμό κι έφτανε σχεδόν μέχρι τα πόδια της, αποκομμένη απ’ τα εγκόσμια και την άθλια πραγματικότητα της εποχής, ζούσε τη δική της αλήθεια. Ζούσε έστω και για λίγο ελεύθερη. Εκεί, σ’ αυτήν τη θάλασσα, έλεγε όλα τα μυστικά του κορμιού και της ψυχής της. Μια θάλασσα παράξενη που νόμιζε κανείς ότι είχε ρουφήξει το παράπονο των μοναχικών ανθρώπων, πίκρισε απ’ το δάκρυ και αντάριασε. Ποτέ δεν ησύχαζε, σαν τους κόρφους τους αχάιδευτους που βαριαναστενάζουν. Ριπίδια στους βράχους εκτόνωναν τη μανία από τα κύματα και απέναντι…αχ! εκεί απέναντι, εκεί ήταν Εκείνος. Σε κείνη τη στεριά τη τυλιγμένη στη θολούρα του νερού που σαν να ‘χε ηφαίστεια ο βυθός του, ανέβαζε ατμούς και την έκρυβε από τα μάτια της.
Το νόμιμο και το παράνομο, το έντιμο και το άτιμο, το πρέπον και το μη πρέπον, η λογική και το παράλογο, ήταν πια άβαρες λέξεις χωρίς ουσία. Έπρεπε επειγόντως να τον συναντήσει. Ακόμα κι αν αυτό σήμαινε το τέλος.
Μέσα στη βροχή και στον άνεμο, μουσκεμένη μέχρι τη ψυχή της , έκλεισε τα μάτια της και γαλήνεψε το πρόσωπό της από το ξάφνιασμα μιας πληρότητας, που έφτανε στα όρια του απίστευτου. Απίστευτο ήταν κι αυτό που ακολούθησε.
Γύρισε σπίτι. Ένα τηλεφώνημα στην αεροπορική εταιρεία, κλείσιμο θέσης με την απογευματινή πτήση. Ίσα που προλάβαινε. Καθώς έριχνε στο σακβουαγιάζ τα απαραίτητα, ανακάλυψε πως κάτι έλειπε και σταμάτησε απότομα. Η χαμένη της αυτοπεποίθηση. Προσπάθησε να θυμηθεί που την είχε κρύψει πριν από αρκετά χρόνια. Έψαξε σε κάθε γωνιά. Στο ραφάκι με τα σαμπουάν και τα αφρόλουτρα. Στο βαλιτσάκι με τα καλλυντικά της. Πίσω από τον καθρέφτη του μπάνιου. Μέσα στο συρτάρι με τα εσώρουχά της. Ακόμα και στο πατάρι των αναμνήσεών της. Στα υπόγεια της ψυχής της. Πουθενά! Δε πειράζει, θα έφευγε χωρίς αυτήν. Της έφτανε η αλήθεια της. Έτσι κι αλλιώς είχε πάρει απόφαση ν’ ακολουθήσει τη θεωρία της νυχτοπεταλούδας, που πετάει προς στο φως κι ας είναι να την κάψει.
Στιχοι,μουσική,ερμηνεία:
Χρήστος Θηβαίος
Μες στα σύννεφα, ζωή μου
μακριά απ'τη φυλακή μου να με πας
Να μ'αγγίζει ο αέρας,
σαν το ξύπνημα μιας μέρας να γελάς.
Να κουρνιάζω στο πλευρό σου,
μες στο παραμιλητό σου να με βρεις.
Ν'ακουστεί το όνομά μου
κι εσύ ράγισε, καρδιά μου
κι ας χαθείς, ας χαθείς.
Να με σήκωνε ένα κύμα
να με λύτρωνε απ'το κρίμα της ψυχής.
Να ξεπλύνει το θυμό μου
να ξανάρθει τ'όνειρό μου να το δεις.
Ας ερχόταν ένα βράδυ
να 'χε φως κι όχι σκοτάδι να το ζεις.
Να μπορώ να σου γελάσω
κι ύστερα να προσπεράσω
κι ας χαθείς, ας χαθείς.
Του μυαλού μου οι εικόνες
να 'σβηναν σαν να 'ταν πόρνες της στιγμής.
Να μην έχω να θυμάμαι
όλα αυτά που με πονάνε,
ας χαθείς.
Να μην ξέρω πια τι κάνεις,
άλλο να μη με πικράνεις,
δεν μπορώ.
Δεν μπορώ να σε κοιτάζω
και στα λόγια να μη βάζω
σ'αγαπώ.