Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
ΑΝΑΣΑΙΜΙΑ
- .
- Χρόνος... Θαλασσογραμμή κομμένη με διαμάντι. Αμείλικτος, ακαθόριστος, μνήμες ακρωτηριασμένες, μήλο που σαπίζει στα χέρια της Αφροδίτης. Απόπειρα φωτός. Μπορώ ακόμα ... Όταν σαν πολυέλαιος κρέμεται το ολόγιομο φεγγάρι, κεντάω Ουράνια τόξα. Βελονιές, τρυπάνε τα δάχτυλα. Φυτεύω κατάστηθα στη νύχτα χρώματα της ίριδας . Υπάρχω. Ζω ... ακόμα στιγμές, αναλαμπές ζωής. Ακούω... τον ήχο των βημάτων σου, το πέρασμα του χρόνου, το φτερούγισμα μιας πυγολαμπίδας πάνω σ' ένα κρεβάτι πύρινο. Ακούω... την ανάσα σου, την ανάσα μου, τον σαρκασμό του χρόνου. Κραυγάζω... «Είμαι γέννημα του νόμου της φωτιάς» «είμαι πλασμένη να γεννώ καρπούς αγάπης» Ξαναβρίσκω το ανθρώπινο σχήμα μου. Φυτεύεις στα σπλάχνα μου της φωτιάς το σπέρμα. Τώρα σαν ηφαίστειο κυοφορώ τη λάβα μου
Ευχαριστώ τις Μυτιληνιές φίλες μου Μαριάνα (on ice) και Δήμητρα (Πασχ(π)αλίτσα) για τούτη τη σκυτάλη φιλίας που μου παρέδωσαν
Μου αφιέρωσαν...
Βήματα αργά, νωχελικά.
Πότε - πότε μια βουτιά προς τα βότσαλα.
Να αρπάξει ένα το χέρι και στη θάλασσα να το ρίξει.
Λες κι έτσι θα ξορκιστεί το κακό.
Θα το πνίξει στο βυθό.
Ένας γλάρος κούρνιαζε ανάμεσα στους βράχους.
Θεατής ρουτίνας.
Πείνασε κι ανυψώθηκε.
Γέμισαν οι κούφιες βάρκες ψάρια
που σπαρταράνε στην τελευταία ανάσα τους.
Τα απομεινάρια τους μαζεύει.
Κουφάρια ελπίδας καταδικασμένης στο θάνατο.
Έχει σουρουπώσει για τα καλά.
Τα κύματα ηχούν καθώς σκάνε στην ακτή.
Κραυγές βοήθειας.
Και οι αντίλαλοι όλων αυτών που τη θάλασσα ταξιδεύουν,
βροχή από αστέρια πέφτουν στον ωκεανό.
Τσιγγάνοι μαζεμένοι λίγο πιο κάτω το νήμα της ζωής ξετυλίγουν.
Τα πόδια τους χορεύουν έναν χορό άγνωστο.
Στα χέρια τους, τα ντέφια ηχούν.
Σε κάποιον Θεό αφιερώνουν μια προσευχή αλλιώτικη.
Παιδιά ξυπόλυτα..
Δεν φοβούνται τη φωτιά.
Γνωστή η παρέα της και η συντροφιά της.
Πλησίασα σε απόσταση ασφαλείας.
Με είδαν..
Με κάλεσαν κοντά τους.
Μου πρόσφεραν κρασί να πιω.
Κι ένα κομμάτι ζυμωτό ψωμί.
Ανάλατο..
Μια ντομάτα, δυο ελιές κι ένα ντέφι.
Κάθισα κοντά τους βουβή.
Ένα ευχαριστώ ψέλλισα.
Έβαλα το ντέφι ανάποδα στα πόδια μου.
Τους έβλεπα να χορεύουν.
Να γελούν..
Να τραγουδούν τραγούδια σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα.
Κάτι θα γιορτάζουν απόψε, σκέφτηκα.
Σε μια αναπηρική καρέκλα απομεινάρι «πολιτισμού»,
ένα κορμί ενός νεαρού αγοριού βρισκόταν σχεδόν ασάλευτο.
Η μάνα του πρέπει να ' ταν αυτή που του χτένιζε τα μαλλιά.
Με μια χαρά ανείπωτη, έσκυψε και το φίλησε.
Ένα άρωμα από δεκάδες κρινάκια της θάλασσας ανέπνεα.
Αναρωτήθηκα γιατί τα βήματά μου με έσυραν ως εδώ.
Σκαλισμένη στο βράχο μια καρδιά με τρία γράμματα.
Στάθηκα έκπληκτη και διάβασα.
ΩΨΧ
Θυμήθηκα τα λόγια του πατέρα.
Το αλφάβητο ανάποδα...μου ΄χε πει, έτσι ξεκινάει.
Δεν ήθελα τα μάτια να κλείσω..
Δεν ήθελα να το βάλω στα πόδια.
Έσκυψα..
Ένα βότσαλο πήρα στα χέρια.
Με ένα σουγιά δανεικό, χάραξα.
ΩΨΧ
Στη μάνα του αγοριού το έδωσα.
Το πήρε..
Το άγγιξε στα χείλη του.
Εκείνο χαμογέλασε.
Το ακούμπησε στο στήθος της.
Κάτι ψιθύρισε.
Δεν ξέρω.
Μετά έκανε λίγα βήματα προς την ακτή.
Πέταξε το βότσαλο στη θάλασσα.
Να ξορκίσει το κακό..
Βήματα αργά, νωχελικά.
Με το πρώτο φως οι γλάροι συννενοημένοι ήταν.
Άστραψε το λευκό τους σύννεφο στον ουρανό.
Τα βότσαλα στα πόδια μου χάθηκαν.
Ξανθιά η άμμος κι άρχισε να καίει.
Ένας μικρούλης ξαγκίστρωνε έναν κολιό από την πετονιά του.
Ο πατέρας του βοήθησε να βγει το ψάρι
όσο το δυνατόν αλώβητο από αυτή την περιπέτεια.
Με μιας ο μικρός το έριξε στη θάλασσα.
Τα παράτησε όλα και βούτηξε κι αυτός.
Ζήλεψα..
Φόρεσα την ουρά μου.
Με δυο τινάγματα βρέθηκα στα βαθιά.
Χαιρέτησα ένα γέρικό χταπόδι και τρεις αχινούς
που περιεργαζόντουσαν ένα βότσαλο
με κάποια γράμματα χαραγμένα πάνω του.
Χαμογέλασα..
Η παρέα μου με φώναξε.
«Που ήσουνα;»
«Πήγα μια βόλτα έξω.. να ανασάνω..»
στην Ανασαιμιά(πρώην Breathless)
Ελένη (L.N.E)
"Εκεί που σηκώνεται ο άνεμος
για να χορέψει η ανάσα με το φως
είναι η χάρη
η θυμωμένη τάχα θάλασσα
το πάθος που πυροδοτείται απ΄ την αγρύπνια
και το ξέφρενο φτερούγισμα
το μεγάλο χαμόγελο
και η οργή
ενίοτε η άσβεστη φλόγα
που καίει μέσα μας
το φιλί που πάντα θα χρωματίζεται πορφυρό
μέσα στο χάραμα
και θα κοιτάζει λοξά προς το κύμα
για να γευτεί την άλμη
και τον παφλασμό του.."
Τάκης Τσαντίλας
Πότε - πότε μια βουτιά προς τα βότσαλα.
Να αρπάξει ένα το χέρι και στη θάλασσα να το ρίξει.
Λες κι έτσι θα ξορκιστεί το κακό.
Θα το πνίξει στο βυθό.
Ένας γλάρος κούρνιαζε ανάμεσα στους βράχους.
Θεατής ρουτίνας.
Πείνασε κι ανυψώθηκε.
Γέμισαν οι κούφιες βάρκες ψάρια
που σπαρταράνε στην τελευταία ανάσα τους.
Τα απομεινάρια τους μαζεύει.
Κουφάρια ελπίδας καταδικασμένης στο θάνατο.
Έχει σουρουπώσει για τα καλά.
Τα κύματα ηχούν καθώς σκάνε στην ακτή.
Κραυγές βοήθειας.
Και οι αντίλαλοι όλων αυτών που τη θάλασσα ταξιδεύουν,
βροχή από αστέρια πέφτουν στον ωκεανό.
Τσιγγάνοι μαζεμένοι λίγο πιο κάτω το νήμα της ζωής ξετυλίγουν.
Τα πόδια τους χορεύουν έναν χορό άγνωστο.
Στα χέρια τους, τα ντέφια ηχούν.
Σε κάποιον Θεό αφιερώνουν μια προσευχή αλλιώτικη.
Παιδιά ξυπόλυτα..
Δεν φοβούνται τη φωτιά.
Γνωστή η παρέα της και η συντροφιά της.
Πλησίασα σε απόσταση ασφαλείας.
Με είδαν..
Με κάλεσαν κοντά τους.
Μου πρόσφεραν κρασί να πιω.
Κι ένα κομμάτι ζυμωτό ψωμί.
Ανάλατο..
Μια ντομάτα, δυο ελιές κι ένα ντέφι.
Κάθισα κοντά τους βουβή.
Ένα ευχαριστώ ψέλλισα.
Έβαλα το ντέφι ανάποδα στα πόδια μου.
Τους έβλεπα να χορεύουν.
Να γελούν..
Να τραγουδούν τραγούδια σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα.
Κάτι θα γιορτάζουν απόψε, σκέφτηκα.
Σε μια αναπηρική καρέκλα απομεινάρι «πολιτισμού»,
ένα κορμί ενός νεαρού αγοριού βρισκόταν σχεδόν ασάλευτο.
Η μάνα του πρέπει να ' ταν αυτή που του χτένιζε τα μαλλιά.
Με μια χαρά ανείπωτη, έσκυψε και το φίλησε.
Ένα άρωμα από δεκάδες κρινάκια της θάλασσας ανέπνεα.
Αναρωτήθηκα γιατί τα βήματά μου με έσυραν ως εδώ.
Σκαλισμένη στο βράχο μια καρδιά με τρία γράμματα.
Στάθηκα έκπληκτη και διάβασα.
ΩΨΧ
Θυμήθηκα τα λόγια του πατέρα.
Το αλφάβητο ανάποδα...μου ΄χε πει, έτσι ξεκινάει.
Δεν ήθελα τα μάτια να κλείσω..
Δεν ήθελα να το βάλω στα πόδια.
Έσκυψα..
Ένα βότσαλο πήρα στα χέρια.
Με ένα σουγιά δανεικό, χάραξα.
ΩΨΧ
Στη μάνα του αγοριού το έδωσα.
Το πήρε..
Το άγγιξε στα χείλη του.
Εκείνο χαμογέλασε.
Το ακούμπησε στο στήθος της.
Κάτι ψιθύρισε.
Δεν ξέρω.
Μετά έκανε λίγα βήματα προς την ακτή.
Πέταξε το βότσαλο στη θάλασσα.
Να ξορκίσει το κακό..
Βήματα αργά, νωχελικά.
Με το πρώτο φως οι γλάροι συννενοημένοι ήταν.
Άστραψε το λευκό τους σύννεφο στον ουρανό.
Τα βότσαλα στα πόδια μου χάθηκαν.
Ξανθιά η άμμος κι άρχισε να καίει.
Ένας μικρούλης ξαγκίστρωνε έναν κολιό από την πετονιά του.
Ο πατέρας του βοήθησε να βγει το ψάρι
όσο το δυνατόν αλώβητο από αυτή την περιπέτεια.
Με μιας ο μικρός το έριξε στη θάλασσα.
Τα παράτησε όλα και βούτηξε κι αυτός.
Ζήλεψα..
Φόρεσα την ουρά μου.
Με δυο τινάγματα βρέθηκα στα βαθιά.
Χαιρέτησα ένα γέρικό χταπόδι και τρεις αχινούς
που περιεργαζόντουσαν ένα βότσαλο
με κάποια γράμματα χαραγμένα πάνω του.
Χαμογέλασα..
Η παρέα μου με φώναξε.
«Που ήσουνα;»
«Πήγα μια βόλτα έξω.. να ανασάνω..»
στην Ανασαιμιά(πρώην Breathless)
Ελένη (L.N.E)
"Εκεί που σηκώνεται ο άνεμος
για να χορέψει η ανάσα με το φως
είναι η χάρη
η θυμωμένη τάχα θάλασσα
το πάθος που πυροδοτείται απ΄ την αγρύπνια
και το ξέφρενο φτερούγισμα
το μεγάλο χαμόγελο
και η οργή
ενίοτε η άσβεστη φλόγα
που καίει μέσα μας
το φιλί που πάντα θα χρωματίζεται πορφυρό
μέσα στο χάραμα
και θα κοιτάζει λοξά προς το κύμα
για να γευτεί την άλμη
και τον παφλασμό του.."
Τάκης Τσαντίλας



10 σχόλια:
Καλημέρα Ανασαιμιά!!!
:-)
Άντε κούρντισε το ρημάδι το ρολόι ν' αρχινίσει...
Μαύρα μάτια κάναμε, Ανασούλα, να σε ξαναδούμε!
Μας έλειψες, να το ξέρεις!
Καλημέρα!!!
Καλως μας όρισες !!!!!
Κυρίως όμως ευχομαι να μεινεις εδω κοντα μας, γιατί όντως μας ελειψες.
Χαρούμενο Σ/Κ να εχεις
Αρης
Καλημέρα και καλή εβδομάδα! :))
Μα τι γίνεται εδώ?
Εγώ γιατί δεν βλέπω καμία ανάρτηση?
Προχθές έβλεπα αλλαγές, σαν ξεσήκωμα... λέω που είναι, κάπου εδώ θα είναι, κάτι θα μας γράψει...αλλά τίποτε..
Τώρα πάλι είδα στο reader μου ότι έβαλες ανάρτηση...
Φαντάσου και να μας έγραφες βρε Ανασαιμιά μου, τι σχόλια θα έπαιρνες...
Εδώ και μόνο την ανάσα σου που πήραμε χαμπάρι και τρέξαμε να σε @δούμε!
Άντε περιμένουμε!!
:))))))))
Έστω και χωρίς ανάρτηση ...
Η Ανάσα σου μας φτάνει !!!
Υπάρχεις ...
Καλημέρα και καλό μήνα!
:)
ΦΙΛΗ ΜΟΥ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ;ΕΥΧΟΜΑΙ ΟΛΑ ΝΑ ΠΗΓΑΙΝΟΥΝ ΚΑΛΑ.
Που είσαι καλή μου?Γιατί χάθηκες κι εσύ?Εύχομαι να είσαι καλά!
Φιλιά και καλό μήνα :)
Ανάρτηση Σχολίου