Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009

O τοίχος

Διήγημα

Η δυνατή βροχή όρμησε κατά πάνω της αγριεμένη, μόλις η Αγγελική κατέβηκε από το αυτοκίνητό της. Άνοιξε το πορτμπαγκάζ και πήρε βιαστικά στα χέρια τις βαριές σακούλες του σούπερ μάρκετ. Μπήκε στο ασανσέρ, σήκωσε με δυσκολία το φορτωμένο της χέρι και πάτησε με τον αγκώνα το κουμπί του τρίτου ορόφου της παλιάς πολυκατοικίας όπου έμενε. Όταν το ασανσέρ σταμάτησε, έσπρωξε με δύναμη τη πόρτα με τη πλάτη της, ενώ κρατούσε στο στόμα της το μπρελόκ με τα κλειδιά της. Ο εκνευρισμός ακολούθησε την αρχική της έκπληξη. Την είσοδο του διαμερίσματός της έφραζε ο σκούρος όγκος μια δίφυλλης ντουλάπας. Άρχισε να βρίζει μέσα απ’ τα δόντια της, μα σταμάτησε απότομα όταν άκουσε μια βραχνή αντρική φωνή.

-Συγνώμη…τη μεταφέρουμε τώρα αμέσως!

Στράφηκε απότομα προς τη φωνή. Τότε πρόσεξε ότι η πόρτα του διπλανού, για αρκετό καιρό άδειου διαμερίσματος, ήταν ορθάνοιχτη και στο άνοιγμά της στέκονταν…δύο μάτια. Ναι!

Αυτό ήταν το πρώτο που είδε, ίσως και το μόνο. Ένα βλέμμα που την ακινητοποίησε.

Τα μάτια του…

Ήταν σα να είχαν μπει σ’ ένα φωτεινό πλαίσιο και την κοίταζαν εξεταστικά. Έμεινε να κοιτάζει μόνο, αδιαφορώντας για το βάρος που κουβαλούσε και την αστεία φάτσα της, με τα κλειδιά να κρέμονται στο σαγόνι της.

Τα μάτια του…

Ένοιωσε να την αγγίζουν παντού και να εισβάλλουν μέσα της. Ενεργοποιούσαν τη παρουσία τους και αισθάνθηκε μια δόνηση από τη πρώτη στιγμή που εκείνο το βλέμμα έπεσε πάνω της. Για μερικά δευτερόλεπτα άκουγε το βλέμμα του και τον μονόλογο των ματιών του.

-Έχω αγοράσει αυτό το διαμέρισμα και ένας φίλος με βοηθάει στη μετακόμιση. Είμαι ο Νικόλας.

Όταν η Αγγελική ανέκτησε και πάλι τον έλεγχο του εαυτού της, συστήθηκε κι αυτή, αλλά γνώριζε πολύ καλά πως στη στιγμή του χρόνου που μόλις είχε προηγηθεί ειπώθηκε κάτι πολύ μεγάλο. Τόσο μεγάλο που είχε ήδη αρχίσει να τη μεταμορφώνει.

Οι ισορροπίες της είχαν ανατραπεί.

Η ντουλάπα σύρθηκε και άνοιξε τη πόρτα υπνωτισμένη. Εκεί, μέσα στο μικρό της διαμέρισμα, σα να ξημέρωσε ξαφνικά μια καινούργια ηλιόλουστη μέρα, που αναστάτωσε τα πάντα. Έκανε τα κάδρα στους τοίχους να λάμπουν, τα έπιπλα να χειροκροτούν, κι εκείνη…Εκείνη την έκανε να αισθάνεται ερωτευμένη. Έτοιμη μετά από εικοσιέξι ολόκληρα χρόνια να νοιώσει ξανά αυτό το συναίσθημα. Παράτησε τα ψώνια στο πάγκο της κουζίνας και όπως ήταν με βρεμένα ρούχα έπεσε σε μια πολυθρόνα, έγειρε το κεφάλι πίσω και απολάμβανε τον ακανόνιστο, υπέροχο, μοναδικό, χτύπο της καρδιά της.


Η Αγγελική, σε ένα μήνα έκλεινε τα πενήντα. Είχε μείνει χήρα λίγο μετά το γάμο της, όταν ο άντρας που λάτρευε και παντρεύτηκε μετά από τρία χρόνια σχέσης, σκοτώθηκε σε τροχαίο καθώς επέστρεφε με το μηχανάκι από τη δουλειά του. Η Αγγελική τότε ήταν έγκυος στον έβδομο μήνα και μόλις είκοσι τεσσάρων χρονών. Την επόμενη της κηδείας γέννησε πρόωρα έναν γιο. Από τότε ζούσε μόνο γι αυτόν. Χαμογελούσε πλέον μόνο σ’ αυτόν. Δούλευε στο λογιστήριο μιας μεγάλης πολυεθνικής, ενώ μερικά απογεύματα της εβδομάδας βοηθούσε σε ένα λογιστικό γραφείο , για να μπορέσει να τον μεγαλώσει και αργότερα να τον σπουδάσει. Όλο της το ενδιαφέρον ήταν στραμμένο στον Αργύρη, που ήταν και το όνομα του άντρα της. Ο Αργύρης τελείωσε τη φιλοσοφική και μετά το στρατιωτικό χωρίς να απομακρυνθεί από τη πόλη που έμεναν. Λίγο καιρό μετά διορίστηκε ως αναπληρωματικός φιλόλογος σε μια άλλη πόλη πολύ μακριά. Η Αγγελική σταμάτησε από τη δεύτερη δουλειά. Δεν υπήρχε πλέον λόγος να κουράζεται τόσο. Το κενό από την απουσία του γιου της εδώ και δεκαπέντε μέρες ήταν τεράστιο. Η συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι αυτό οφείλονταν στο ότι ζούσε αποκλειστικά και μόνο μέσα από τη δική του ζωή, έχοντας ξεχάσει τη δική της ύπαρξη, της προκάλεσε σοκ.


Σηκώθηκε από τη πολυθρόνα και μπήκε να κάνει ένα ζεστό μπάνιο γιατί είχε αρχίσει να νοιώθει το κορμί της να παγώνει. Έριξε μια ματιά στον μεγάλο καθρέφτη του μπάνιου. Έμεινε να κοιτάζει τον εαυτό της. Δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένη από την εικόνα που έβλεπε. Πόσο καιρό αλήθεια είχε να παρατηρήσει τον εαυτό της; Πρόσεξε τις σακούλες κάτω από τα μάτια της, μια κάθετη ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια της, δυο βαθιές χαραματιές που ξεκινούσαν από το τελείωμα της μύτης και έφταναν μέχρι κάτω από τις άκρες των χειλιών της. Όσο για το σώμα της, ο χρόνος και η αδιαφορία είχαν επιφέρει καταστροφικές αλλαγές, που τόσα χρόνια τώρα δεν το είχε αντιληφθεί καν. Σ’ αυτό το σώμα όμως κατοικούσε η δική της ζωή που τώρα έμοιαζε με μια νέα χώρα που μέσα, γύρω και πλάι της ήθελε να κατοικήσει. Να την εξερευνήσει, αυτό ήθελε. Να τη γνωρίσει. Να αξιωθεί στη γνώση των μυστικών και της ανείπωτης ομορφιάς της. Δεν ήθελε να την κατακτήσει. Απλά ήθελε να της δοθεί και με τα χέρια ανοιχτά να την υποδεχτεί σε ένα παντοτινό καλωσόρισμα.

Για μέρες ένοιωθε πάνω της εκείνο το σταθερό, βέβαιο βλέμμα του Νικόλα. Ηλικιακά τον υπολόγισε γύρω στα πενήντα πέντε. Μισό κεφάλι ψηλότερος απ’ αυτήν, δεν θα μπορούσες να τον πεις όμορφο μα ούτε άσκημο. Δεν ήξερε τίποτα άλλο γι αυτόν.

Άρχισε να ψάχνει δικαιολογίες να βρεθεί στο οπτικό του πεδίο. Να συναντηθούν δήθεν τυχαία, στο διάδρομο, στο ασανσέρ, στο μπαλκόνι που μόνο ένα χαμηλό τοιχάκι οριοθετούσε την ιδιοκτησία. Ένα πρωί πριν φύγει για τη δουλειά της και ενώ άπλωνε κάτι ρούχα, τον πέτυχε την ώρα που βγήκε στο μπαλκόνι να αφήσει τα σκουπίδια . Της τράβηξαν τη προσοχή τα γυμνά του μπράτσα. Φορούσε μόνο ένα μαύρο αμάνικο φανελάκι, από τη λαιμόκοψη του οποίου ξεπηδούσαν μια τούφα γκρίζες τρίχες, εικόνα που την έκανε να χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια της και να μη μπορεί να συγκρατήσει το τρέμουλο που τη συνεπήρε.

-Κρύο σήμερα, της είπε και βιάστηκε να ξαναμπεί μέσα χωρίς να περιμένει την απάντησή της.

Τα βράδια κρατώντας ένα ποτήρι κρασί στο χέρι κολλούσε πάνω στο μεσότοιχο που χώριζε τα διαμερίσματα και άκουγε τη καθημερινότητά του. Ήταν μόνος. Το σώμα της αφουγκραζόταν, ο ουρανίσκος της ένοιωθε τη μυστική του γεύση και αυτό την ηρεμούσε. Κάτι έπρεπε να κάνει.

Έπαιρνε αποφάσεις και τις αναιρούσε στο λεπτό. Τάιζε το μυαλό της με φαντασιώσεις, κάνοντας έρωτα με κείνη τη ματιά. Ελισσόταν στο μεταίχμιο του πραγματικού και μη, κινιόταν σε συνθήκες που αυτοανατρέπονταν συνεχώς.

Μια Δευτέρα απόγευμα συναντήθηκαν στην είσοδο της πολυκατοικίας.

-Καλησπέρα Αγγελική!

-Γειά σου Νικόλα.

-Πως πέρασες το Σαββατοκύριακο;

Όχι όμορφα αλλά ούτε και βαρετά. Σε σκεφτόμουν συνεχώς. Σε ήθελα πλάι μου. Ονειρευόμουν να ήμουν χωμένη μέσα στην αγκαλιά σου. Να συζητάμε, να βλέπουμε τηλεόραση, να κάνουμε έρωτα να…είπε μέσα της η Αγγελική.

-Ωραία, ήταν η απάντηση της που συνοδεύτηκε από ένα χαμόγελο.

Μπήκαν μαζί στο ασανσέρ χωρίς να ανταλλάξουν άλλη κουβέντα, εκτός από ένα «καλό βράδυ» καθώς ο καθένας έβαζε το κλειδί στη πόρτα του διαμερίσματός του.

Φαινόταν μοναχικός άνθρωπος και λιγομίλητος. Οι ένοικοι της πολυκατοικίας, του είχαν ήδη δώσει τον χαρακτηρισμό του μονόχνοτου και ιδιόρρυθμου. Εκείνη όμως απέφευγε να του προσδώσει χαρακτηρισμούς .

Θα ήθελε πρώτα να ταξιδέψει στα τρίσβαθα του μυαλού του και αν ήταν δυνατόν να εξηγήσει τις πιο απόκρυφες σκέψεις του. "Για να γνωρίσεις κάποιον, σκεφτόταν, πρέπει να προσεγγίσεις τη ψυχή του". Πού όμως να ψάξει να τη βρει; Πώς να ξεπεράσει και να διαπεράσει αυτό το μυστήριο βλέμμα και να εισχωρήσει μέχρι εκεί;

Σήμερα ένα μήνα ακριβώς από τη γνωριμία τους, είναι η μέρα των γενεθλίων της. Μέσα σ’ αυτό το μικρό χρονικό διάστημα έκανε δώρο στον εαυτό της σημαντικές αλλαγές, από τα μαλλιά της μέχρι το στυλ ντυσίματός της.

Το πρωί που συναντήθηκαν φεύγοντας για τη δουλειά, της φάνηκε ότι είδε και κάτι διαφορετικό στο λατρεμένο αυτό βλέμμα . Κάτι σαν σπίθα. Μα εκτός από τη τυπική χαμογελαστή «καλημέρα», δεν ειπώθηκε τίποτα περισσότερο. Να ήταν ιδέα της άραγε;

Πρώτη φορά που θα γιόρταζε μόνη της το βράδυ των γενεθλίων της. Το περίεργο όμως ήταν ότι δεν τη πείραζε καθόλου αυτό. Αντιθέτως ένοιωθε μια υποψία ευτυχίας. Από την άλλη πλευρά του τοίχου, σε μικρή απόσταση ήταν Αυτός. Ο μόνος που θα ήθελε για συντροφιά αυτή τη νύχτα.

Στάθηκε μπροστά στο καθρέφτη και θαύμασε τη γυναίκα με το βαθύ ντεκολτέ που έβλεπε απέναντί της. Όχι ότι κατάφερε να δείχνει πιο νέα. Αλλά πέτυχε τουλάχιστον να μη δείχνει μεγαλύτερη από την ηλικία της, όπως μέχρι τώρα συνέβαινε. Το σημαντικότερο ήταν ότι εδώ και καιρό είχε παρατηρήσει στα δικά της μάτια μια λάμψη που της φώτιζε όλο το πρόσωπο. Μια φωτεινότητα που δεν είχε να κάνει ούτε με την αλλαγή του χρώματος των μαλλιών της, ούτε με τα καλλυντικά που είχε αρχίσει να χρησιμοποιεί. Γνωρίζοντας τη προέλευση χαμογέλασε στο είδωλό της κλείνοντας του το μάτι. Σήμερα εκτός από τα γενέθλιά της, θα γιόρταζε τον ένα μήνα από το ξύπνημα της «γυναίκας» από τη χειμερία νάρκη.

Άνοιξε τη μουσική και στο χώρο ξεχύθηκαν μπαλάντες της δεκαετίας του εβδομήντα. Εκεί είχε μείνει μουσικά.

-Μήπως παραλογίζεσαι; Άκουσε τη φωνή του νου να έχει όρεξη για διάλογο.

Η Αγγελική όμως δεν είχε τέτοια διάθεση, ειδικά σήμερα.

-Λοιπόν; Ποιος είναι αυτός άνθρωπος που λες ότι είσαι ερωτευμένη μαζί του; Τι ξέρεις γι αυτόν; Που πάει αυτά τα δυο-τρία βράδια της εβδομάδας που τον ακούς να φεύγει; Σκέφτηκες ότι μπορεί να υπάρχει άλλη γυναίκα στη ζωή του;

Και μόνο σ’ αυτή τη σκέψη η Αγγελική ένοιωσε ένα αγκάθι να της τρυπάει τη καρδιά. Έστειλε το απεγνωσμένο της βλέμμα ν’ αναπαυτεί σε κάτι ασπρόμαυρες μαξιλάρες του σαλονιού ενώ ταυτόχρονα ετοιμαζόταν για αντεπίθεση.

-Δεν δέχομαι τα σύνορα που μου θέτεις. Δε με χωρούν τα φαινόμενα, πνίγομαι. Η καρδιά μου έχει αγριέψει και μ’ αρέσει αυτό. Η μοναδική επιθυμία που έχω είναι να χιμήξω σ’ αυτό που λένε ζωή, να ξεσκίσω αυτό το δίχτυ που εσύ θέτεις, λέγοντας μου ότι πρέπει να λογικευτώ.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που λογομαχούσε με τη λογική το τελευταίο διάστημα. Μα ήξερε πια τον τρόπο να τη σταματήσει. Με δυο ποτήρια φτηνό κρασί της βούλωνε το στόμα.

-Αυτή η νύχτα είναι δικιά μου. Αυτή τη νύχτα δε γουστάρω κανέναν κυρία λογική, πολύ περισσότερο εσένα. Δε θα σε αφήσω να μου τη χαλάσεις με τίποτα, είπε καθώς έπινε μονορούφι το πρώτο ποτήρι.

Κάτι πήγε να της πει η λογική μα στο δεύτερο ποτήρι είχε ξεχάσει τα λόγια της κι έτσι σιώπησε.

Η Αγγελική κρατώντας στο αριστερό χέρι το τρίτο ποτήρι κρασί, πήρε τη συνηθισμένη της θέση στηρίζοντας όλο το σώμα της στην αγαπημένη μεσοτοιχία. Οι ομιλίες που ακούγονταν από δίπλα είχαν προέλευση τη τηλεόραση. Έβλεπε τις βραδινές ειδήσεις. Υπέθεσε ότι ήταν ξαπλωμένος στο καναπέ που πρέπει να βρισκόταν ακριβώς από την άλλη πλευρά του τοίχου.

-Μη φύγεις σήμερα…μη φύγεις. Μείνε μαζί μου, του ψιθύρισε.

Έκλεισε τα μάτια και ακούμπησε τη παλάμη του δεξιού χεριού στη σκληρή κρύα επιφάνεια. Έμεινε για λίγο έτσι ξέροντας ότι τη χώριζαν από κείνον μόνο λίγα εκατοστά. Της φάνηκε ότι μύρισε αντρικό αφρόλουτρο. Τον «είδε» ξαπλωμένο εκεί δίπλα με το μπουρνούζι.

Σα να ένοιωσε ότι ο τοίχος ζεστάθηκε, ότι απέκτησε θερμοκρασία σώματος. Σα να άκουσε μια καρδιά να χτυπάει στο σημείο που είχε κολλημένο το αυτί της. Τα δάχτυλα της σκίρτησαν και οι άκρες τους άρχισαν να χαϊδεύουν απαλά το τοίχο. Με μια ανεπαίσθητη κίνηση έτριψε μεταξύ τους τα δάχτυλά της. Ένοιωσε ότι ανάμεσα σ’ αυτά υπήρχαν λεπτές τρίχες αντρικού στέρνου. Ένα μούδιασμα σε όλο της το κορμί και δυο σκιρτήματα ανάμεσα στους λαγόνες της την έκαναν να χαμογελάσει. Το χέρι της άρχισε να κατεβαίνει αργά στο “σώμα” που άγγιζε, ενώ πίεζε ελαφρά τα νύχια της ξύνοντας τον τοίχο. Αισθάνθηκε στη παλάμη της ακόμα και την καμπύλη του στομαχιού και στη συνέχεια της κοιλιάς.

Τα βήματα που ακούστηκαν την έκαναν ν’ ανοίξει απότομα τα μάτια της μεταφέροντάς την βίαια στη πραγματικότητα . Από τον ήχο στο ξύλινο πάτωμα κατάλαβε ότι ο Νικόλας φορούσε παπούτσια, σημάδι ότι έφευγε. Η τηλεόραση σταμάτησε να παίζει. Αμέσως μετά ακούστηκε το κλείσιμο της πόρτας και το «κλικ» που σήμαινε ότι άναψε το φως του κοινόχρηστου.

Σύρθηκε με τη πλάτη αργά αργά στο τοίχο , μέχρι που κάθισε στο πάτωμα. Αγκάλιασε τα γόνατά της συνεχίζοντας να κρατά το ποτήρι και έτσι διπλωμένη ακούμπησε το κεφάλι στο μπράτσο της. Η απόγνωση γέμισε το δωμάτιο. Τη κυρίευσε ο φόβος ότι θα έμεναν για πάντα δυο άγνωστοι, ανήμποροι να εκφραστούν, με μόνη ίσως βοήθεια κάποια σημάδια που και αυτά πιθανόν να ξεθώριαζαν με τον καιρό.

Απογοητευμένη περίμενε ν’ ακούσει τον ήχο του ασανσέρ που θα τον έπαιρνε μακριά της. Αντί γι αυτό όμως, άκουσε να χτυπάει το κουδούνι της πόρτας της.




UPDATE
(29/1/2009)

Επειδή αγαπημένοι μου φίλοι παρατηρώ μια διάσταση των απόψεών σας για το αν θα συνεχιστεί ή όχι η ιστορία, θα ακολουθηθούν δημοκρατικές διαδικασίες και η απόφασή μου θα παρθεί ανάλογα με τη κρίση του λαού της πλειοψηφίας των φίλων σχολιαστών. (Καλά, ούτε η Παπαρήγα να ήμουν ε;)

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2009

Αλαλούμ και τρεις λαλούν


Τελικά η οικονομική κρίση έχει και τα καλά της. Μετά από αρκετά χρόνια κάναμε γιορτές σύσσωμη η οικογένεια στο εξοχικό. Εγώ, ο σύζυγος, οι δύο κόρες μας- κορίτσια της παντρειάς -και η γιαγιά. Μέρα νύχτα όλοι μαζί στριμωγμένοι σε εβδομήντα τετραγωνικά. Αυτό είχα να το ζήσω χρόνια.
Τι χαρά που είχα η Μάνα! Μου βγήκε η ψυχή από παραμονές Χριστουγέννων μέχρι των Φώτων. Άσε που μου «έλειψε» και ο άντρας μου και η μοναδική μας πλέον «διασκέδαση». Ένα βράδυ μου λέει παθιάρικα στ’ αυτί «πάμε μια βόλτα με το αυτοκίνητο να θυμηθούμε τα νιάτα μας;»
Του απαντάω με μπάσα όλο πάθος φωνή στο δικό του αυτί. «Και μετά αγάπη μου ποιόν θα φωνάξουμε να μας ξεδιπλώσει;» Δυστυχώς η εποχή της Κομανέτσι έχει περάσει ανεπιστρεπτί!
Επί της ευκαιρίας ανοίγω παρένθεση γιατί θυμήθηκα ένα ανέκδοτο.

Ρωτάει η κόρη τη γριά μάνα της.
-Ρε μάνα πως το κάνατε με τον μπαμπά σε ένα δωμάτιο στρωματσάδα με πέντε παιδιά τις γιαγιάδες και τους παππούδες;
-Κάθε φορά κόρη μου που ήθελε ο πατέρας σου μου σφύριζε. Πήγαινα κοντά του και το κάναμε μουλωχτά και στο μουγκωτό κάτω από τις κουβέρτες.
-Και όταν ήθελες εσύ;
-Τον ρωτούσα….μήπως σφύριξες άντρα μου;
Κλείνει η παρένθεση.

Αυτή λοιπόν η σύναξη ήταν ένας από τους λόγους που με χάσατε (και που σας έχασα) όλες αυτές τις μέρες.(Υπάρχουν κι άλλοι λόγοι, αλλά δε θέλω να τους συζητήσω τώρα αφού αποφάσισα να κάνω μια προσπάθεια να ξαναβρώ τη χαμένη μου διάθεση). Εκτός από ένα σωρό δουλειές και μαγειρέματα, όταν έβρισκα λίγο χρόνο το λάπτοπ ήταν κατειλημμένο.. Σκοτωμός για το ποιος θα κάτσει. Λίγο ακόμα θα κολλούσε ιντερνετοπληξία κι η γιαγιά.
Στις 21 του Δεκέμβρη έκλεισα το πρώτο μου χρόνο στη μπλογκογειτονιά μας και ήμουν ιδιαίτερα συγκινημένη μ’ αυτό το γεγονός, αλλά το πισί ήταν πιασμένο, έτσι δεν μπόρεσα να μοιραστώ μαζί σας αυτή μου τη συγκίνηση. Δε πειράζει, του χρόνου αν είμαστε γεροί, αν δεν μας έχουν κόψει εν τω μεταξύ τη σύνδεση, το ρεύμα, το τηλέφωνο.
Με τον άντρα μου έχουμε κόψει τις εξόδους και δη των εορτών, εδώ και αρκετά χρόνια. Καλύτερα να μένουμε μέσα εμείς για να διασκεδάζουν τα παιδιά, ήταν το σκεπτικό. Φέτος όμως η κρίση χτύπησε και τα παιδιά!
Έτσι, αφού δε καταφέραμε να θυμηθούμε τα νιάτα μας στο αυτοκίνητο, θυμηθήκαμε τις ωραίες εποχές όταν τα παιδιά ήταν μικρά. Μετά από πολλά χρόνια παίξαμε όλοι μαζί μονόπολη, ταμπού, μπιρίμπα, και το βράδυ της παραμονής πρωτοχρονιάς μετά την κοπή της πίτας, παίξαμε «21» με τα χρήματα της μονόπολης.

Το πρωί λοιπόν της παραμονής, είχα πάει στο σούπερ μάρκετ να πάρω τα απαραίτητα. Όλως περιέργως και σε αντίθεση με άλλες χρονιές δεν υπήρχαν οι καθιερωμένες ουρές και στριμώγματα στα ταμεία. Καθώς περνούσα μπροστά από τον καταψύκτη με σταματάει μια γιαγιούλα.
-Δε με λες κοριτσάκι μου; Επειδή δε βλέπω καλά, πόσο γράφει ότι κάνει αυτό το σακουλάκι μπάμιες;
(Μήπως βλέπω εγώ; Τη πρεσβυωπία μου μέσα!) Κατεβάζω τα μυωπικά -είναι μια λύση αυτό για μας τους μύωπες-σκύβω και κολλάω τη μούρη μου στο καρτελάκι που έγραφε τη τιμή.
-1,98 γιαγιά!
-Πω πω! Πολύ ακριβές! Αχ, πότε θα γίνει πρόεδρος ο Μπάμας να μας ανεβάσει τη σύνταξη!
-Ποιός Μπάμιας; Ρωτάω αφηρημένη και επηρεασμένη από το ζαρζαβατικό.
-Ο Μπάμας καλέ, ο Αμερικάνος, ο πρόεδρος! Είπε με στόμφο η γιαγιούλα.
Άνοιξα το στόμα μου κάτι να πω αλλά το ξανάκλεισα. Προτίμησα να της αφήσω την ελπίδα ως δώρο με ένα πακέτο μπάμιες.
Την ίδια ερώτηση μου είχε κάνει και η μάνα μου το βράδυ που ο Ομπάμα κέρδισε τις εκλογές. Με πήρε τηλέφωνο στις τρεις μαύρα μεσάνυχτα, μόλις βγήκαν τα αποτελέσματα και με ξύπνησε πάνω στο καλύτερο, για να μου το ανακοινώσει όλο χαρά, θαρρείς και γω είχα μια σκασίλα! Μετά την ενημέρωση άρχισαν βροχή οι ερωτήσεις.
-Θ’ ανέβει η σύνταξή μου τώρα;(Πεντακόσια παίρνει η έρμη). Θα πέσουν οι τιμές στα τρόφιμα; Θα πέσει το πετρέλαιο; Θα κατέβει η Δεή; Θα...
Την έκοψα πριν με ρωτήσει μήπως ο Ομπάμα καταφέρει να αναστήσει και τον πατέρα.
-Δε ξέρω ρε μαμά, αν του περισσέψουν από τις άλλες υποχρεώσεις μπορεί… Έχει τόσα έξοδα ο άνθρωπος. Δείξε λίγο κατανόηση.
-Φαίνεται καλός άνθρωπος …είναι και μαύρος!
Σε λίγο και μείς θα μαυρίσουμε από τη πείνα και την ανεργία, πήγα να της πω, αλλά τους μεγάλους ανθρώπους είναι αμαρτία να τους σκοτώνεις την ελπίδα και τ’ όνειρο.

Σκέφτομαι τελικά πως όλη η οικουμένη κάτι περιμένει από τον νέο μας πλανητάρχη. Αυτός θα λύσει το Κυπριακό, το πρόβλημα στη Παλαιστίνη ,(τόσο καιρό έκανε τη πάπια επ’ αυτού, αλλά πριν λίγες μέρες έκανε μια πολύ σημαντική δήλωση. Ότι μόλις αναλάβει πρόεδρος θα ασχοληθεί!).Επίσης, θα λύσει το πρόβλημα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, τη κρίση που περνάει ο γάμος της ξαδέλφης μου της Σταθούλας , ίσως και τη κρίση ταυτότητας που περνάει γιος μιας φίλης μου. Σπουδάζει χρηματοοικονομικά το παιδί αλλά τελευταία το ‘χει ρίξει στη χειροτεχνία. Κέντημα, τσιγκελάκι , πλέξιμο(κάτι μπλούζες ζακάρ άλλο να σου λέω κι άλλο να τις βλέπεις!). Βρήκα και γω στο πατάρι μου κάτι μισοτελειωμένα σεμεδάκια που τα είχα από τότε που ήμουν δεκαπέντε χρονών και μ’ έβαζε η μάνα μου με το ζόρι να κεντάω. Ευκαιρία λέω…μέχρι να βρει τη σεξουαλική του ταυτότητα ας εκμεταλλευτούμε το χόμπι του. Εκτός αν λόγω της φύσης των σπουδών του, ξέρει κάτι περισσότερο από μας και δεν είναι χόμπι αλλά εναλλακτικό επάγγελμα. Μάθε τέχνη κι άστηνε που έλεγαν και οι παλιοί. «Οικονομολόγος-χειροποίητα κεντήματα και πλεκτά» Γιατί όχι; Οι τσιγγάνοι δηλαδή γιατί γράφουν στο ντάτσουν, «εκταιλούντε μεταφορέ- πατάτες- χαλιά –οίδη πρικός-βιβλία»; Είναι οι μόνοι που δεν τους έχει αγγίξει το οικονομικό πρόβλημα. Έχεις ακούσει τσιγγάνο να παραπονιέται για οικονομική κρίση; Όποτε περάσεις έξω από καταυλισμό θα τους δεις μες στο τρελό κέφι να ψήνουν αρνιά στη σούβλα και ολόγυρα να χορεύουν τσιγγανοπούλες με γαρούφαλλο στ’ αυτί. Άσε δε τους γάμους! Μια βδομάδα γλέντι και η λίρα ρέει άφθονη. Όχι σα τους δικούς μας, ένα κουφέτο και έξω από το δημαρχείο, ενίοτε δε από την εκκλησία . Πού χρήματα για έξοδα και πολυέλαιους;
Πήγα προχθές στο χασάπη να πάρω μισό κιλό κιμά να ρίξω κανένα γιουβαρλάκι στη κατσαρόλα. Λίγα μέτρα πριν φτάσω στη πόρτα του χασάπη βλέπω τον τσιγγάνο να κατεβαίνει από το τεράστιο φορτηγό του, γεμάτο μέχρι πάνω με χαλιά, ενώ η τσιγγάνα καθισμένη στη κορφή των χαλιών είχε πιάσει τη κουβέντα στο κινητό. Πανικοβλήθηκα έχοντας επίγνωση τι σημαίνει τσιγγάνος σε χασάπικο, επιτάχυνα το βήμα μου, μα δυστυχώς εκείνος με δυο δρασκελιές έφτασε πρώτος και άνοιξε τη πόρτα..
Ωιμέ!
-Βάλε κουμπάρε 6 κιλά μοσχάρι, 7 κιλά μπριζόλες, καμιά δεκαριά κιλά παϊδάκια κατσικίσια, 2 κατσίκια ολόκληρα κοίτα μη λείπουν τ’ αμελέτητα, ρίξε μερικές συκωταριές, και 7-8 κοτόπουλα!
Αφού ετοίμασε τη παραγγελία ο χασάπης τον ρωτάει.
-Θέλετε τίποτα άλλο;
-Τι άλλο έχεις κουμπάρε ; ρωτάει ο αθίγγανος
-Τίποτα…απαντάει ο χασάπης.
Περίμενα η δικιά σου μια ώρα για μισό κιλό κιμά. Τα νεύρα μου τσατάλια! Άσε δε που όταν γύρισα σπίτι είχα να αντιμετωπίσω και τις φωνές του άντρα μου!
-Για κιμά πήγες και κιμάς έγινες!
Ε δεν άντεξα άλλο η γυναίκα κι όπως ήμουν φορτωμένη ξέσπασα πάνω του!
-Αμ δε φταίει κανένας άλλος…εγώ φταίω που στραβώθηκα και αντί να παντρευτώ τσιγγάνο πήρα εσένα! Έναν μικρομεσαίο επιχειρηματία!»


Σκέφτομαι ν' αλλάξω συμπεριφορά
Στίχοι: Αποστόλης Δημητρακόπουλος Μουσική: Αποστόλης Δημητρακόπουλος Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Ζερβουδάκη





Σκέφτομαι ν' αλλάξω συμπεριφορά
κι όπως μου μιλάνε κι εγώ να τους μιλάω
λέω να φορέσω τα ρούχα τ' ακριβά
κι όπου περπατάνε κι εγώ να περπατάω.

Έτσι ίσως κερδίσω μια καλή δουλειά
κάποιος απ' αυτούς θα με βολέψει
μα μην κλαίς για μένα αγάπη μου γλυκειά
δεν θα είμαι ο μόνος πολλοί έχουν πουστέψει.

Σκέφτομαι να ρίξω τον φίλο τον παλιό
σ' όσους με ρωτάνε θα λέω εκείνος φταίει
μέσα μου θα στήσω χυδαίο σκηνικό
πνιγμένο να πεθάνει το φως που ακόμα καίει.

Έτσι ίσως κερδίσω μπόλικα λεφτά
κάποιοι θα με βάλουν στο παιχνίδι
μα μην κλαίς για μένα αγάπη μου γλυκειά
δεν θα είμαι ο μόνος που βρωμάει σαν σκουπίδι.

Έτσι ίσως κερδίσω μια θέση ιδανική
κάποιον θα πετάξω απ' το μπαλκόνι
μα μην κλαίς για μένα αγάπη μου μικρή
δεν θα είμαι ο μόνος που κρατάει το τιμόνι.


Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

Καλό ταξίδι Μαρία Δημητριάδη!



Σήμερα 7 Ιανουαρίου,έφυγε από τη ζωή η Μαρία Δημητριάδη, η ερμηνεύτρια που συνέδεσε τη φωνή της με τα έργα των Θεοδωράκη, Μικρούτσικου και Μαρκόπουλου.

Η Δημητριάδη ήταν 58 ετών και έπασχε από σπάνια πνευμονική νόσο. Άφησε την τελευταία της πνοή τα ξημερώματα της Τετάρτης στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός»

Γεννήθηκε στον Ταύρο, όπου τη δεκαετία του '70 διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος. Μαζί με την αδελφή της, Αφροδίτη Μάνου, γνωρίζει σε πολύ νεαρή ηλικία τον Μίκη Θεοδωράκη και αρχίζει να μελετά εντατικότερα για το τραγούδι.

Η αρχή της καριέρας της
Η πρώτη της εμφάνιση στη δισκογραφία έρχεται το 1968 με την ερμηνεία της στο πασίγνωστο τραγούδι του Σταύρου Ξαρχάκου «Ένα πρωινό η Παναγιά μου», που ακούγεται στην ταινία «Κορίτσια στον ήλιο». Το 1969 συνεργάζεται με τον Γιάννη Μαρκόπουλο στον δίσκο «ο Ήλιος ο Πρώτος» σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη.

Στη συνέχεια η πορεία της ταυτίζεται με το πολιτικό τραγούδι της μεταπολίτευσης. Συνεργάζεται με τον Θάνο Μικρούτσικο, στα πρώτα έργα του οποίου ήταν η βασική ερμηνεύτρια. «Πολιτικά Τραγούδια», «Καντάτα για τη Μακρόνησο» και «Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι» ήταν οι δίσκοι που την καθιέρωσαν και την κατέστησαν κεντρική μορφή στις μπουάτ της Πλάκας.

Ακολουθούν «Τα λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» και «Τα Τραγούδια του αγώνα» του Μίκη Θεοδωράκη (τρίτη επανέκδοση), καθώς και η συνεργασία της με τον Μάνο Χατζηδάκι στο «Για την Ελένη» σε στίχους Μιχάλη Μπουρμπούλη. Στην 30χρονη διαδρομή της ηχογράφησε 15 προσωπικούς δίσκους και συμμετείχε σε τουλάχιστον 22 άλλους.

Απείχε από τη δισκογραφία για μακρό χρονικό διάστημα, δοκιμάζοντας ωστόσο κάποιες συνεργασίες με νεότερους συνθέτες, όπως ο Γ. Σταυριανός και ο Στέφανος Κορκολής. Μπήκε για τελευταία φορά στο στούντιο το 2001 για τους «Δον Κιχώτες» σε μουσική Θοδωρή Οικονόμου.

Ήταν παντρεμένη με τον Ανδρέα Μικρούτσικο με τον οποίο είχε αποκτήσει και έναν γιο, τον Στέργιο.