
Η δυνατή βροχή όρμησε κατά πάνω της αγριεμένη, μόλις η Αγγελική κατέβηκε από το αυτοκίνητό της. Άνοιξε το πορτμπαγκάζ και πήρε βιαστικά στα χέρια τις βαριές σακούλες του σούπερ μάρκετ. Μπήκε στο ασανσέρ, σήκωσε με δυσκολία το φορτωμένο της χέρι και πάτησε με τον αγκώνα το κουμπί του τρίτου ορόφου της παλιάς πολυκατοικίας όπου έμενε. Όταν το ασανσέρ σταμάτησε, έσπρωξε με δύναμη τη πόρτα με τη πλάτη της, ενώ κρατούσε στο στόμα της το μπρελόκ με τα κλειδιά της. Ο εκνευρισμός ακολούθησε την αρχική της έκπληξη. Την είσοδο του διαμερίσματός της έφραζε ο σκούρος όγκος μια δίφυλλης ντουλάπας. Άρχισε να βρίζει μέσα απ’ τα δόντια της, μα σταμάτησε απότομα όταν άκουσε μια βραχνή αντρική φωνή.
-Συγνώμη…τη μεταφέρουμε τώρα αμέσως!
Στράφηκε απότομα προς τη φωνή. Τότε πρόσεξε ότι η πόρτα του διπλανού, για αρκετό καιρό άδειου διαμερίσματος, ήταν ορθάνοιχτη και στο άνοιγμά της στέκονταν…δύο μάτια. Ναι!
Αυτό ήταν το πρώτο που είδε, ίσως και το μόνο. Ένα βλέμμα που την ακινητοποίησε.
Τα μάτια του…
Ήταν σα να είχαν μπει σ’ ένα φωτεινό πλαίσιο και την κοίταζαν εξεταστικά. Έμεινε να κοιτάζει μόνο, αδιαφορώντας για το βάρος που κουβαλούσε και την αστεία φάτσα της, με τα κλειδιά να κρέμονται στο σαγόνι της.
Τα μάτια του…
Ένοιωσε να την αγγίζουν παντού και να εισβάλλουν μέσα της. Ενεργοποιούσαν τη παρουσία τους και αισθάνθηκε μια δόνηση από τη πρώτη στιγμή που εκείνο το βλέμμα έπεσε πάνω της. Για μερικά δευτερόλεπτα άκουγε το βλέμμα του και τον μονόλογο των ματιών του.
-Έχω αγοράσει αυτό το διαμέρισμα και ένας φίλος με βοηθάει στη μετακόμιση. Είμαι ο Νικόλας.
Όταν η Αγγελική ανέκτησε και πάλι τον έλεγχο του εαυτού της, συστήθηκε κι αυτή, αλλά γνώριζε πολύ καλά πως στη στιγμή του χρόνου που μόλις είχε προηγηθεί ειπώθηκε κάτι πολύ μεγάλο. Τόσο μεγάλο που είχε ήδη αρχίσει να τη μεταμορφώνει.
Οι ισορροπίες της είχαν ανατραπεί.
Η ντουλάπα σύρθηκε και άνοιξε τη πόρτα υπνωτισμένη. Εκεί, μέσα στο μικρό της διαμέρισμα, σα να ξημέρωσε ξαφνικά μια καινούργια ηλιόλουστη μέρα, που αναστάτωσε τα πάντα. Έκανε τα κάδρα στους τοίχους να λάμπουν, τα έπιπλα να χειροκροτούν, κι εκείνη…Εκείνη την έκανε να αισθάνεται ερωτευμένη. Έτοιμη μετά από εικοσιέξι ολόκληρα χρόνια να νοιώσει ξανά αυτό το συναίσθημα. Παράτησε τα ψώνια στο πάγκο της κουζίνας και όπως ήταν με βρεμένα ρούχα έπεσε σε μια πολυθρόνα, έγειρε το κεφάλι πίσω και απολάμβανε τον ακανόνιστο, υπέροχο, μοναδικό, χτύπο της καρδιά της.
Η Αγγελική, σε ένα μήνα έκλεινε τα πενήντα. Είχε μείνει χήρα λίγο μετά το γάμο της, όταν ο άντρας που λάτρευε και παντρεύτηκε μετά από τρία χρόνια σχέσης, σκοτώθηκε σε τροχαίο καθώς επέστρεφε με το μηχανάκι από τη δουλειά του. Η Αγγελική τότε ήταν έγκυος στον έβδομο μήνα και μόλις είκοσι τεσσάρων χρονών. Την επόμενη της κηδείας γέννησε πρόωρα έναν γιο. Από τότε ζούσε μόνο γι αυτόν. Χαμογελούσε πλέον μόνο σ’ αυτόν. Δούλευε στο λογιστήριο μιας μεγάλης πολυεθνικής, ενώ μερικά απογεύματα της εβδομάδας βοηθούσε σε ένα λογιστικό γραφείο , για να μπορέσει να τον μεγαλώσει και αργότερα να τον σπουδάσει. Όλο της το ενδιαφέρον ήταν στραμμένο στον Αργύρη, που ήταν και το όνομα του άντρα της. Ο Αργύρης τελείωσε τη φιλοσοφική και μετά το στρατιωτικό χωρίς να απομακρυνθεί από τη πόλη που έμεναν. Λίγο καιρό μετά διορίστηκε ως αναπληρωματικός φιλόλογος σε μια άλλη πόλη πολύ μακριά. Η Αγγελική σταμάτησε από τη δεύτερη δουλειά. Δεν υπήρχε πλέον λόγος να κουράζεται τόσο. Το κενό από την απουσία του γιου της εδώ και δεκαπέντε μέρες ήταν τεράστιο. Η συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι αυτό οφείλονταν στο ότι ζούσε αποκλειστικά και μόνο μέσα από τη δική του ζωή, έχοντας ξεχάσει τη δική της ύπαρξη, της προκάλεσε σοκ.
Σηκώθηκε από τη πολυθρόνα και μπήκε να κάνει ένα ζεστό μπάνιο γιατί είχε αρχίσει να νοιώθει το κορμί της να παγώνει. Έριξε μια ματιά στον μεγάλο καθρέφτη του μπάνιου. Έμεινε να κοιτάζει τον εαυτό της. Δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένη από την εικόνα που έβλεπε. Πόσο καιρό αλήθεια είχε να παρατηρήσει τον εαυτό της; Πρόσεξε τις σακούλες κάτω από τα μάτια της, μια κάθετη ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια της, δυο βαθιές χαραματιές που ξεκινούσαν από το τελείωμα της μύτης και έφταναν μέχρι κάτω από τις άκρες των χειλιών της. Όσο για το σώμα της, ο χρόνος και η αδιαφορία είχαν επιφέρει καταστροφικές αλλαγές, που τόσα χρόνια τώρα δεν το είχε αντιληφθεί καν. Σ’ αυτό το σώμα όμως κατοικούσε η δική της ζωή που τώρα έμοιαζε με μια νέα χώρα που μέσα, γύρω και πλάι της ήθελε να κατοικήσει. Να την εξερευνήσει, αυτό ήθελε. Να τη γνωρίσει. Να αξιωθεί στη γνώση των μυστικών και της ανείπωτης ομορφιάς της. Δεν ήθελε να την κατακτήσει. Απλά ήθελε να της δοθεί και με τα χέρια ανοιχτά να την υποδεχτεί σε ένα παντοτινό καλωσόρισμα.
Για μέρες ένοιωθε πάνω της εκείνο το σταθερό, βέβαιο βλέμμα του Νικόλα. Ηλικιακά τον υπολόγισε γύρω στα πενήντα πέντε. Μισό κεφάλι ψηλότερος απ’ αυτήν, δεν θα μπορούσες να τον πεις όμορφο μα ούτε άσκημο. Δεν ήξερε τίποτα άλλο γι αυτόν.
Άρχισε να ψάχνει δικαιολογίες να βρεθεί στο οπτικό του πεδίο. Να συναντηθούν δήθεν τυχαία, στο διάδρομο, στο ασανσέρ, στο μπαλκόνι που μόνο ένα χαμηλό τοιχάκι οριοθετούσε την ιδιοκτησία. Ένα πρωί πριν φύγει για τη δουλειά της και ενώ άπλωνε κάτι ρούχα, τον πέτυχε την ώρα που βγήκε στο μπαλκόνι να αφήσει τα σκουπίδια . Της τράβηξαν τη προσοχή τα γυμνά του μπράτσα. Φορούσε μόνο ένα μαύρο αμάνικο φανελάκι, από τη λαιμόκοψη του οποίου ξεπηδούσαν μια τούφα γκρίζες τρίχες, εικόνα που την έκανε να χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια της και να μη μπορεί να συγκρατήσει το τρέμουλο που τη συνεπήρε.
-Κρύο σήμερα, της είπε και βιάστηκε να ξαναμπεί μέσα χωρίς να περιμένει την απάντησή της.
Τα βράδια κρατώντας ένα ποτήρι κρασί στο χέρι κολλούσε πάνω στο μεσότοιχο που χώριζε τα διαμερίσματα και άκουγε τη καθημερινότητά του. Ήταν μόνος. Το σώμα της αφουγκραζόταν, ο ουρανίσκος της ένοιωθε τη μυστική του γεύση και αυτό την ηρεμούσε. Κάτι έπρεπε να κάνει.
Έπαιρνε αποφάσεις και τις αναιρούσε στο λεπτό. Τάιζε το μυαλό της με φαντασιώσεις, κάνοντας έρωτα με κείνη τη ματιά. Ελισσόταν στο μεταίχμιο του πραγματικού και μη, κινιόταν σε συνθήκες που αυτοανατρέπονταν συνεχώς.
Μια Δευτέρα απόγευμα συναντήθηκαν στην είσοδο της πολυκατοικίας.
-Καλησπέρα Αγγελική!
-Γειά σου Νικόλα.
-Πως πέρασες το Σαββατοκύριακο;
Όχι όμορφα αλλά ούτε και βαρετά. Σε σκεφτόμουν συνεχώς. Σε ήθελα πλάι μου. Ονειρευόμουν να ήμουν χωμένη μέσα στην αγκαλιά σου. Να συζητάμε, να βλέπουμε τηλεόραση, να κάνουμε έρωτα να…είπε μέσα της η Αγγελική.
-Ωραία, ήταν η απάντηση της που συνοδεύτηκε από ένα χαμόγελο.
Μπήκαν μαζί στο ασανσέρ χωρίς να ανταλλάξουν άλλη κουβέντα, εκτός από ένα «καλό βράδυ» καθώς ο καθένας έβαζε το κλειδί στη πόρτα του διαμερίσματός του.
Φαινόταν μοναχικός άνθρωπος και λιγομίλητος. Οι ένοικοι της πολυκατοικίας, του είχαν ήδη δώσει τον χαρακτηρισμό του μονόχνοτου και ιδιόρρυθμου. Εκείνη όμως απέφευγε να του προσδώσει χαρακτηρισμούς .
Θα ήθελε πρώτα να ταξιδέψει στα τρίσβαθα του μυαλού του και αν ήταν δυνατόν να εξηγήσει τις πιο απόκρυφες σκέψεις του. "Για να γνωρίσεις κάποιον, σκεφτόταν, πρέπει να προσεγγίσεις τη ψυχή του". Πού όμως να ψάξει να τη βρει; Πώς να ξεπεράσει και να διαπεράσει αυτό το μυστήριο βλέμμα και να εισχωρήσει μέχρι εκεί;
Σήμερα ένα μήνα ακριβώς από τη γνωριμία τους, είναι η μέρα των γενεθλίων της. Μέσα σ’ αυτό το μικρό χρονικό διάστημα έκανε δώρο στον εαυτό της σημαντικές αλλαγές, από τα μαλλιά της μέχρι το στυλ ντυσίματός της.
Το πρωί που συναντήθηκαν φεύγοντας για τη δουλειά, της φάνηκε ότι είδε και κάτι διαφορετικό στο λατρεμένο αυτό βλέμμα . Κάτι σαν σπίθα. Μα εκτός από τη τυπική χαμογελαστή «καλημέρα», δεν ειπώθηκε τίποτα περισσότερο. Να ήταν ιδέα της άραγε;
Πρώτη φορά που θα γιόρταζε μόνη της το βράδυ των γενεθλίων της. Το περίεργο όμως ήταν ότι δεν τη πείραζε καθόλου αυτό. Αντιθέτως ένοιωθε μια υποψία ευτυχίας. Από την άλλη πλευρά του τοίχου, σε μικρή απόσταση ήταν Αυτός. Ο μόνος που θα ήθελε για συντροφιά αυτή τη νύχτα.
Στάθηκε μπροστά στο καθρέφτη και θαύμασε τη γυναίκα με το βαθύ ντεκολτέ που έβλεπε απέναντί της. Όχι ότι κατάφερε να δείχνει πιο νέα. Αλλά πέτυχε τουλάχιστον να μη δείχνει μεγαλύτερη από την ηλικία της, όπως μέχρι τώρα συνέβαινε. Το σημαντικότερο ήταν ότι εδώ και καιρό είχε παρατηρήσει στα δικά της μάτια μια λάμψη που της φώτιζε όλο το πρόσωπο. Μια φωτεινότητα που δεν είχε να κάνει ούτε με την αλλαγή του χρώματος των μαλλιών της, ούτε με τα καλλυντικά που είχε αρχίσει να χρησιμοποιεί. Γνωρίζοντας τη προέλευση χαμογέλασε στο είδωλό της κλείνοντας του το μάτι. Σήμερα εκτός από τα γενέθλιά της, θα γιόρταζε τον ένα μήνα από το ξύπνημα της «γυναίκας» από τη χειμερία νάρκη.
Άνοιξε τη μουσική και στο χώρο ξεχύθηκαν μπαλάντες της δεκαετίας του εβδομήντα. Εκεί είχε μείνει μουσικά.
-Μήπως παραλογίζεσαι; Άκουσε τη φωνή του νου να έχει όρεξη για διάλογο.
Η Αγγελική όμως δεν είχε τέτοια διάθεση, ειδικά σήμερα.
-Λοιπόν; Ποιος είναι αυτός άνθρωπος που λες ότι είσαι ερωτευμένη μαζί του; Τι ξέρεις γι αυτόν; Που πάει αυτά τα δυο-τρία βράδια της εβδομάδας που τον ακούς να φεύγει; Σκέφτηκες ότι μπορεί να υπάρχει άλλη γυναίκα στη ζωή του;
Και μόνο σ’ αυτή τη σκέψη η Αγγελική ένοιωσε ένα αγκάθι να της τρυπάει τη καρδιά. Έστειλε το απεγνωσμένο της βλέμμα ν’ αναπαυτεί σε κάτι ασπρόμαυρες μαξιλάρες του σαλονιού ενώ ταυτόχρονα ετοιμαζόταν για αντεπίθεση.
-Δεν δέχομαι τα σύνορα που μου θέτεις. Δε με χωρούν τα φαινόμενα, πνίγομαι. Η καρδιά μου έχει αγριέψει και μ’ αρέσει αυτό. Η μοναδική επιθυμία που έχω είναι να χιμήξω σ’ αυτό που λένε ζωή, να ξεσκίσω αυτό το δίχτυ που εσύ θέτεις, λέγοντας μου ότι πρέπει να λογικευτώ.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που λογομαχούσε με τη λογική το τελευταίο διάστημα. Μα ήξερε πια τον τρόπο να τη σταματήσει. Με δυο ποτήρια φτηνό κρασί της βούλωνε το στόμα.
-Αυτή η νύχτα είναι δικιά μου. Αυτή τη νύχτα δε γουστάρω κανέναν κυρία λογική, πολύ περισσότερο εσένα. Δε θα σε αφήσω να μου τη χαλάσεις με τίποτα, είπε καθώς έπινε μονορούφι το πρώτο ποτήρι.
Κάτι πήγε να της πει η λογική μα στο δεύτερο ποτήρι είχε ξεχάσει τα λόγια της κι έτσι σιώπησε.
Η Αγγελική κρατώντας στο αριστερό χέρι το τρίτο ποτήρι κρασί, πήρε τη συνηθισμένη της θέση στηρίζοντας όλο το σώμα της στην αγαπημένη μεσοτοιχία. Οι ομιλίες που ακούγονταν από δίπλα είχαν προέλευση τη τηλεόραση. Έβλεπε τις βραδινές ειδήσεις. Υπέθεσε ότι ήταν ξαπλωμένος στο καναπέ που πρέπει να βρισκόταν ακριβώς από την άλλη πλευρά του τοίχου.
-Μη φύγεις σήμερα…μη φύγεις. Μείνε μαζί μου, του ψιθύρισε.
Έκλεισε τα μάτια και ακούμπησε τη παλάμη του δεξιού χεριού στη σκληρή κρύα επιφάνεια. Έμεινε για λίγο έτσι ξέροντας ότι τη χώριζαν από κείνον μόνο λίγα εκατοστά. Της φάνηκε ότι μύρισε αντρικό αφρόλουτρο. Τον «είδε» ξαπλωμένο εκεί δίπλα με το μπουρνούζι.
Σα να ένοιωσε ότι ο τοίχος ζεστάθηκε, ότι απέκτησε θερμοκρασία σώματος. Σα να άκουσε μια καρδιά να χτυπάει στο σημείο που είχε κολλημένο το αυτί της. Τα δάχτυλα της σκίρτησαν και οι άκρες τους άρχισαν να χαϊδεύουν απαλά το τοίχο. Με μια ανεπαίσθητη κίνηση έτριψε μεταξύ τους τα δάχτυλά της. Ένοιωσε ότι ανάμεσα σ’ αυτά υπήρχαν λεπτές τρίχες αντρικού στέρνου. Ένα μούδιασμα σε όλο της το κορμί και δυο σκιρτήματα ανάμεσα στους λαγόνες της την έκαναν να χαμογελάσει. Το χέρι της άρχισε να κατεβαίνει αργά στο “σώμα” που άγγιζε, ενώ πίεζε ελαφρά τα νύχια της ξύνοντας τον τοίχο. Αισθάνθηκε στη παλάμη της ακόμα και την καμπύλη του στομαχιού και στη συνέχεια της κοιλιάς.
Τα βήματα που ακούστηκαν την έκαναν ν’ ανοίξει απότομα τα μάτια της μεταφέροντάς την βίαια στη πραγματικότητα . Από τον ήχο στο ξύλινο πάτωμα κατάλαβε ότι ο Νικόλας φορούσε παπούτσια, σημάδι ότι έφευγε. Η τηλεόραση σταμάτησε να παίζει. Αμέσως μετά ακούστηκε το κλείσιμο της πόρτας και το «κλικ» που σήμαινε ότι άναψε το φως του κοινόχρηστου.
Σύρθηκε με τη πλάτη αργά αργά στο τοίχο , μέχρι που κάθισε στο πάτωμα. Αγκάλιασε τα γόνατά της συνεχίζοντας να κρατά το ποτήρι και έτσι διπλωμένη ακούμπησε το κεφάλι στο μπράτσο της. Η απόγνωση γέμισε το δωμάτιο. Τη κυρίευσε ο φόβος ότι θα έμεναν για πάντα δυο άγνωστοι, ανήμποροι να εκφραστούν, με μόνη ίσως βοήθεια κάποια σημάδια που και αυτά πιθανόν να ξεθώριαζαν με τον καιρό.
Απογοητευμένη περίμενε ν’ ακούσει τον ήχο του ασανσέρ που θα τον έπαιρνε μακριά της. Αντί γι αυτό όμως, άκουσε να χτυπάει το κουδούνι της πόρτας της.
UPDATE (29/1/2009)
Επειδή αγαπημένοι μου φίλοι παρατηρώ μια διάσταση των απόψεών σας για το αν θα συνεχιστεί ή όχι η ιστορία, θα ακολουθηθούν δημοκρατικές διαδικασίες και η απόφασή μου θα παρθεί ανάλογα με τη κρίση



