Δευτέρα πρωί. Μια ακόμα συννεφιασμένη μέρα του Οκτώβρη. Οι άνθρωποι περπατούν στο δρόμο άκεφοι και βιαστικοί. Μπορεί να φταίει η ώρα μπορεί και η εποχή. Ίσως πάλι και τα δύο.
Προχωρώ στο πλακόστρωτο της παραλίας και νοιώθω την πρωινή πάχνη να τρυπάει τα ρούχα μου και να κάνει το κορμί μου να ανατριχιάζει. Μ’ αρέσει πολύ αυτή η διαδρομή. Στην ευθεία μπροστά μου ,μέσα από τη πρωινή ομίχλη, ξεπροβάλει η επιβλητική η φιγούρα του Λευκού Πύργου. Κάπου στο βάθος του λιμανιού, ίσα που ξεχωρίζουν οι σκούροι όγκοι κάποιων φορτηγών πλοίων, που μέσα στην θολούρα μοιάζουν με πλοία φαντάσματα. Πέρα στον ορίζοντα, μόλις που φαίνεται ο Όλυμπος.
Όταν ήμουν μικρή έκανα συχνά αυτή τη βόλτα με τον πατέρα μου. Θυμάμαι έναν περίπατό μας, μια μέρα που χιόνιζε. Το μικρό μου χεράκι να χάνεται μέσα στη μεγάλη ζεστή παλάμη του. Ασφάλεια. Αυτό το συναίσθημα που σε τυλίγει σα κουκούλι και μέσα του αισθάνεσαι μια γλυκιά ζέστη. Παρ’ όλα αυτά, ανικανοποίητη πάντα, άνοιγα μια χαραμάδα στο τοίχωμά του για να κοιτάξω πέρα μακριά. Ονειρευόμουν να μεγαλώσω, να φύγω, να ανακαλύψω. Ένα κουσούρι που δεν έπαψα ακόμα και τώρα να το κουβαλάω. Θέλω να φεύγω μακριά, με οποιονδήποτε τρόπο, ονειρικά ή πραγματικά, απλά να φεύγω. Ακόμα και όταν όλα πηγαίνουν καλά, με τρομάζει η ιδέα ότι θα κολλήσω κάποια στιγμή στο βάλτο.
Κοιτάζω και σήμερα τα πλοία και ονειρεύομαι ότι με παίρνουν μαζί τους στα ταξίδια. Με τη φαντασία μου, καπετάνιος εγώ, βάζω πλώρη να εξερευνήσω τι υπάρχει εκεί απέναντι πέρα από τον ορίζοντα και το οπτικό μου πεδίο.
«Τι σκέφτεσαι;» Με είχε ρώτησει τότε ο πατέρας καθώς "έπιασε" το ονειροπόλο μου βλέμμα.
«Σκέφτομαι αν ο ουρανός τελειώνει ή συνεχίζει για πάντα».
Αργότερα έμαθα ότι ένοιωθε περήφανος για μένα. Η ευαισθησία μου και η ανησυχία μου έμοιαζε με τη δική του, παρ’ όλο που εκείνος την έκρυβε καλά, βάζοντας μπροστά του την ασπίδα της δύναμης και της σκληρότητας. Σε κάτι τέτοιους διαλόγους μας, όπως μου εμπιστεύτηκε πολύ αργότερα, ένα βράδυ που τα είχαμε κοπανίσει με ουζάκι στο μπαλκόνι, δεν ένοιωθε ενήλικος ή απόμακρος αλλά τρυφερά συνένοχος. Πίστευε ότι κάποια μέρα θα αναπτύξω και εγώ τις άμυνες μου.
Μα τα χρόνια περνάνε και αλλάζουμε. Κάνουμε τη πικρή διαπίστωση ότι δεν είμαστε πλάσματα που αιωρούμαστε μέσα σε σαπουνόφουσκες και περιπλανιόμαστε ευτυχισμένα στον αέρα. Στις ζωές μας υπάρχει ένα πριν και ένα μετά. Και αυτό το «πριν» παγιδεύει το «μετά» και μας τυλίγει όπως ένα δίχτυ το θήραμα. Υπάρχουν λάθη που μέσα τους έχουν μια αίσθηση απελευθέρωσης και άλλα που επιβάλουν την αίσθηση του τρομακτικού. Τελειώνει άραγε ποτέ αυτή η αλυσίδα των σφαλμάτων; Κάποτε διάβασα ότι η μοίρα κατέχει όλη τη δύναμη ενώ η προσπάθεια της θέλησης είναι μόνο μια επίφαση. Αρκετά καθησυχαστικό αυτό και έτσι απελευθερώνεσαι από τις ενοχές . Κάπου αλλού όμως , διάβασα ότι η μοίρα δεν είναι παρά αποτέλεσμα των περασμένων πράξεων, πως εμείς με τα ίδια μας τα χέρια πλάθουμε το πεπρωμένο μας. ‘Έτσι ξαναβρέθηκα στο σημείο εκκίνησης. Που βρίσκεται η άκρη από αυτό το κουβάρι; Είναι νήμα ή αλυσίδα; Μπορεί να κοπεί, να σπάσει ή να μας τυλίγει για πάντα;
Τι έχω πάθει τώρα και ασχολούμαι με το «πεπρωμένο» ; Φαίνεται πως η ιδέα του πεπρωμένου έρχεται με την ηλικία. ‘Όταν είσαι νέος δεν το σκέφτεσαι. Θεωρείς κάθε πράγμα που συμβαίνει καρπό της δικής σου θέλησης. Νοιώθεις σαν εργάτης που, πέτρα πέτρα, κατασκευάζεις μπροστά σου το δρόμο που πρέπει να διανύσεις. Μόνο που πιο πέρα αντιλαμβάνεσαι ότι ο δρόμος έχει ήδη κατασκευαστεί, ότι κάποιος άλλος τον έχει χαράξει για σένα και δε σου μένει παρά να προχωρήσεις. Αυτήν την ανακάλυψη την κάνεις εκεί γύρω στα σαράντα . Τότε αρχίζεις να διαισθάνεσαι ότι τα πράγματα δεν εξαρτώνται από σένα. Είναι μια επικίνδυνη στιγμή, στη διάρκεια της οποίας μπορεί εύκολα να γλιστρήσεις σε μια κλειστοφοβική μοιρολατρία.
Και τώρα γύρω στα πενήντα, όταν πια ο δρόμος που έχεις πίσω σου είναι πιο μακρύς από κείνον που έχεις μπροστά σου βλέπεις πράγματα που δεν τα είχες δει ποτέ μέχρι τώρα. Ο δρόμος που διάνυσες δεν ήταν ίσιος, αλλά γεμάτος διασταυρώσεις. Σε κάθε βήμα σου υπήρχε ένα βέλος που έδειχνε διαφορετική κατεύθυνση, από τη μια ξεκινούσε ένα μονοπάτι, από την άλλη ένα χορταριασμένο δρομάκι που χανόταν μέσα στα δάση. Μερικές από αυτές τις παρακαμπτήριες τις ακολούθησες χωρίς να το πάρεις είδηση, μερικές ούτε καν τις πρόσεξες. Εκείνες που παρέλειψες δεν ξέρεις που θα σε είχαν οδηγήσει, σε καλύτερο ή σε χειρότερο μέρος, δεν το ξέρεις και όμως λυπάσαι που δεν τις ακολούθησες. Μπορούσες να κάνεις κάποια πράγματα και δεν τα έκανες. Γύρισες πίσω αντί να πας μπροστά. Σαν το «φιδάκι» που παίζαμε παιδιά. Ανάλογα με τις ζαριές που ρίχνεις πότε προχωράς μπροστά, πότε μένεις στάσιμος και πότε γυρίζεις πίσω.
Σε λίγο πλησιάζω στο σημείο συνάντησης. Ήδη ξεχωρίζω τη φιγούρα του καθισμένη πίσω από τη τζαμαρία του μικρού παραλιακού καφέ. Αναρωτιέμαι αν εδώ και καιρό έχει καταλάβει την απόφασή μου να «φύγω». Μακάρι να το έχει καταλάβει. Αυτό θα έκανε τα πράγματα πιο εύκολα.
Στίχοι:Οδυσσέας Ιωάννου. Μουσική: Μιλτιάδης Πασχαλίδης. Ερμηνεία: Μιλτιάδης Πασχαλίδης
Get your own playlist at snapdrive.net!
Update(16-102008)
"Το μόνο "έγκλημα" μου ήταν ότι δε μπόρεσα να μεγαλώσω. Zωγράφισα στον τοίχο μια πόρτα και έφυγα ακολουθώντας τη μυστική σκάλα με την ελπίδα ότι θα με πήγαινε μακριά. Ο καθένας ζει με τον δικό του τρόπο την αιώνια παραπλάνησή του. 'Ενας ονειροπόλος δε χάνεται ποτέ. Ξέρει ότι πηγαίνει πάντα στο χαμό. Το άσκοπο του δρόμου. Ακόμα και όταν ξέρει ότι δεν υπάρχει ουρανός προς τα κει που πηγαίνει!"(Αφιερωμένο στον Γ. σε απάντηση του...παρακάτω, με ένα μεγάλο ευχαριστώ που ξέρει να "διαβάζει" τις μπουγάδες μου όταν τις απλώνω στη πανσέληνο!)