Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2008

HERE'S TO YOU...

Here's to you Nicola and Bart
Rest forever here in our hearts
The last and final moment is yours
That agony is your triumph!




SACCO E VANZETTI ( H TAINIA)

(Βασίζεται σε πραγματική ιστορία).

Ηθοποιοί:
Τζιαν Μαρία Βολοντέ
Ρικάρντο Κουτσιόλα

Σκηνοθέτης: Τζουλιάνο Μοντάλτο
Μουσική: Ennio Morricone,
Tραγούδι: Joan Baez


Αμερική 1920. Το κλίμα για τους μετανάστες είναι αρνητικό κατά την περίοδο της πιο ισχυρής πολιτικής καταστολής στην Αμερικάνικη ιστορία. Η μεταπολεμική κυβέρνηση των Η.Π.Α με τον "Κόκκινο τρόμο" (1919-1920) προσπαθεί να αντιταχθεί στο κύμα απεργιών που σαρώνει τη χώρα, με σκληρή προπαγάνδα εναντίων των μεταναστών και ριζοσπαστικών οργανώσεων καθώς και με τις Επιδρομές Πάλμερ (άγριες επιθέσεις κατά των ριζοσπαστικών μεταναστών).

Δύο ριζοσπάστες, μετανάστες από την Ιταλία, ο Nicola Sacco(ψαράς) και ο Bartolomeo Vanzetti(υποδηματοποιός) συλλαμβάνονται σε μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας με την κατηγορία "για επικίνδυνες ριζοσπαστικές δραστηριότητες". Λίγες μέρες αργότερα βρίσκονται κατηγορούμενοι για ένοπλη ληστεία και φόνο που είχε γίνει τρεις εβδομάδες πριν τη σύλληψή τους. Ένας ταμίας και ο φρουρός του, οι οποίοι μετέφεραν τη μισθοδοσία εργοστασίου, έπεσαν θύματα ληστείας και δολοφονίας από δύο άνδρες που τους είχαν στήσει καρτέρι σε μιας μικρή βιομηχανική πόλη, βόρεια της Βοστώνης στην πολιτεία της Μασαχουσέτης. Το έγκλημα χρεώνεται στους Sacco και Vanzetti.

Η υπόθεση φτάνει σε δίκη τον Ιούνιο του 1921 και διαρκεί επτά εβδομάδες. Τα επιχειρήματα εναντίον τους ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Δώδεκα από τους πελάτες του Vanzetti κατέθεσαν ότι την ώρα που γινόταν η ληστεία και οι φόνοι, ο ίδιος τους παρέδιδε ψάρια. Ένας υπάλληλος του ιταλικού προξενείου της Βοστώνης κατέθεσε ότι ο Sacco την ώρα εκείνη βρισκόταν στο γραφείο του για ένα ζήτημα με το διαβατήριό του. Επιπλέον, υπήρξε και αυτόπτης μάρτυρας στη ληστεία και τους φόνους, ο οποίος κατέθεσε πως ούτε ο Sacco, ούτε ο Vanzetti είχαν καμία σχέση με αυτό το περιστατικό.
Παρ’ όλα αυτά κρίνονται ένοχοι για ληστεία με φόνο, με περιστασιακές ενδείξεις, και κατασκευασμένα στοιχεία. Καταδικάζονται σε θάνατο.
Επτά χρόνια αργότερα, στις 23 Αυγούστου του 1927, μετά από πολυπληθείς εφέσεις και την τεράστια δημόσια κατακραυγή, εκτελούνται και οι δύο για τα "εγκλήματά τους".
Οι πολιτικές τους πεποιθήσεις είναι αυτές που τελικά τους οδήγησαν στην ηλεκτρική καρέκλα.


ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΩΝ SACCO ΚΑΙ VANZETTI
"Δεν θα ευχόμουν ποτέ σ’ ένα σκυλί, δεν θα ευχόμουν ποτέ σε ένα φίδι, δεν θα ευχόμουν ποτέ στο πιο χαμερπές και δυστυχισμένο πλάσμα της γης, να περάσει όσα υπέφερα εγώ, για πράγματα για τα οποία δεν είμαι ένοχος. Αλλά έχω πειστεί πως είμαι ένοχος για όλα όσα υποφέρω. Υποφέρω γιατί είμαι ριζοσπάστης και, αλήθεια, είμαι ριζοσπάστης. Υποφέρω γιατί είμαι Ιταλός και, αλήθεια, είμαι Ιταλός. Υποφέρω περισσότερο απ’ όλα για την οικογένειά μου και την αγαπημένη μου, παρά για τον εαυτό μου. Αλλά είμαι τόσο σίγουρος πως έχω το δίκιο με το μέρος μου, ώστε αν μπορούσατε να με εκτελέσετε δυο φορές, και αν μπορούσα να ξαναγεννηθώ ακόμα δύο, θα ζούσα την ίδια ζωή και θα έκανα ότι έχω ήδη κάνει".
Bartolomeo Vanzetti

"Αν δεν είχε συμβεί αυτό, θα μπορούσα να είχα ζήσει τη ζωή μου ανάμεσα σε γελοίους ανθρώπους. Θα μπορούσα να είχα πεθάνει απαρατήρητος, άγνωστος, αποτυχημένος. Αυτό είναι η σταδιοδρομία μας και ο θρίαμβός μας. Ποτέ, σε όλη μας τη ζωή, δεν θα μπορούσαμε να ελπίσουμε να κάνουμε τόσα πολλά για την ανοχή στη διαφορετικότητα, τη δικαιοσύνη, την κατανόηση ανθρώπου από άνθρωπο, όπως κάνουμε τώρα, κατά λάθος. Τα λόγια μας – οι ζωές μας – οι πόνοι μας – είναι ένα τίποτα! Η αφαίρεση της ζωής μας, της ζωής ενός καλού παπουτσή κι ενός πωλητή ψαριών – είναι τα πάντα!"
Nicola Sacco

Η "ΔΙΚΑΙΩΣΗ"!
Στις 23 Αυγούστου 1977, ακριβώς 50 χρόνια μετά από εκείνη την τραγική ημέρα για τους Sacco & Vanzetti , αλλά και ντροπιαστική ημέρα για την δικαιοσύνη και την ανθρωπότητα, ο τότε κυβερνήτης της Μασαχουσέτης Michael Dukakis εξέδωσε διακήρυξη που τελείωνε με αυτά τα λόγια:

"Therefore, I, Michael S. Dukakis, Governor of the Commonwealth of Massachusetts ... hereby proclaim Tuesday, August 23, 1977, "NICOLA SACCO AND BARTOLOMEO VANZETTI MEMORIAL DAY"; and declare, further, that any stigma and disgrace should be forever removed from the names of Nicola Sacco and Bartolomeo Vanzetti, from the names of their families and descendants, and so ... call upon all the people of Massachusetts to pause in their daily endeavors to reflect upon these tragic events, and draw from their historic lessons the resolve to prevent the forces of intolerance, fear, and hatred from ever again uniting to overcome the rationality, wisdom, and fairness to which our legal system aspires."

Στον πλέιερ ακούγεται "Τhe baland of Sacco and Vanzetti,(part two)" με την εκπληκτική φωνή της αξέχαστης Joan Baez, σε μουσική του Ennio Morricone.
(Όλοι οι στίχοι προέρχονται από τις επιστολές των Sacco και Vanzetti)
Boomp3.com

Father, yes, I am a prisoner
Fear not to relay my crime
The crime is loving the forsaken
Only silence is shame

And now I'll tell you what's against us
An art that's lived for centuries
Go through the years and you will find
What's blackened all of history

Against us is the law
With its immensity of strength and power
Against us is the law!
Police know how to make a man
A guilty or an innocent
Against us is the power of police!
The shameless lies that men have told
Will ever more be paid in gold
Against us is the power of the gold!
Against us is racial hatred
And the simple fact that we are poor

My father dear, I am a prisoner
Don't be ashamed to tell my crime
The crime of love and brotherhood
And only silence is shame

With me I have my love, my innocence,
The workers, and the poor
For all of this I'm safe and strong
And hope is mine
Rebellion, revolution don't need dollars
They need this instead
Imagination, suffering, light and love
And care for every human being
You never steal, you never kill
You are a part of hope and life
The revolution goes from man to man
And heart to heart
And I sense when I look at the stars
That we are children of life
Death is small
****************************************************************************************
Μια ταινία που με συγκλόνισε, σημάδεψε την εφηβεία μου και αποτέλεσε σταθμό στις νεογέννητες τότε πολιτικές μου ανησυχίες. Τριαντατόσα χρόνια μετά , οι λεπτομέρειες της ταινίας είχαν σβηστεί από τη μνήμη μου. (Για την ανεύρεση στοιχείων, τόσο για την ταινία όσο και για την ιστορία, με βοήθησε η έρευνα στο διαδίκτυο). Αυτό όμως που έχει αποτυπωθεί στο μυαλό και στη ψυχή μου είναι τα συναισθήματα που ένοιωσα τότε σαν παιδί. Οργή και θλίψη για την αδικία που συντελείται , την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Είναι καιρός τώρα που προετοίμαζα αυτό το θέμα. Απλά επίσπευσα την ανάρτησή του εξ αιτίας της πρόσκλησης που μου έκανε η Kαλλιτέχνιδα, για το "παιχνίδι συγκίνησης από οποιοδήποτε λόγο".

ΑΛΛΕ ( γιατί ξέρω ότι είσαι αντίθετος με τα μπλογκοπαίχνιδα, αλλά η διαίσθησή μου μου λέει ότι το συγκεκριμμένο δε θα το δεις σα παιχνίδι),
ΤΑΚΙΖ (γιατί οι αναρτήσεις σου με συγκινούνε) ,
ΒΑΣΚΕΣ
(για να σ'εκδικηθώ για το δίλλημα που μου έθεσες με τη δική σου πρόσκλησή και ακόμη μαδάω μαργαρίτες),
ΩΚΕΑΝΕ
(γιατί είσαι παιδί τζιμάνι) ,
σας προκαλώ να αναρτήσετε ένα video, κείμενο, στίχο, τίτλο από ταινία ή απόσπασμα αυτής, ή ότι σας έχει συγκινήσει και αν επιθυμείτε να αναφέρετε και τον λόγο.

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2008

Εθνικό έλλειμμα

Στίχοι,μουσική και ερμηνεία Ορφέας Περίδης.

Στύψε με σαν το λεμόνι, λιώσε με σαν την ελιά
φούρνισέ με σαν ατσάλι, πέταξε με στα βαθιά
πάρε μου όλο το ταμείο, απ' την τσέπη τα λεφτά
άρχοντα και καραγκιόζη κουρελή και κουβαρντά

Τι είν' αυτό που θα με σώσει απ' το φραγκοκράτορα
ν' αγοράσω ένα αστέρι ή βαθύ υπόγειο
να μαλώνω εγώ με μένα μες τον ξένο αχυρώνα;

Κούρεψέ μου σαν αρνί το μαλλί για το χειμώνα
πάρε το μισθό ενός μήνα απ' το στόμα το φαΐ


Κλέβω απ' το υστέρημά μου για να βρω τη γιατρειά μου
μα να ζω εκεί στον Κρόνο με φιάλες οξυγόνο
ή στου υπόγειου την πλημμύρα
και με βάρκα να πηγαίνω στη σαλοτραπέζαρια;

Αρχόντισσα και Αγλαΐα, κουρελού και κουβαρντού
τι είν' αυτό που θα με σώσει από τη φραγκοκρατία
ν' αγοράσω ένα αστέρι ή βαθύ υπόγειο
να μαλώνω εγώ με μένα μες τον ξένο αχυρώνα;

Σκάψε με σαν αμπελώνα, κλάδεψέ με σαν ελιά
πάτα με σαν το σταφύλι, πάρε μου τη συρμαγιά

Βράσε με σαν τη χελώνα, γδάρε με σαν το λαγό
βάλε τα υπάρχοντά μου, σε κοινό λογαριασμό
φτιάξε με με ματσακόνι, τίναξέ μου τη σκουριά
και ξανοίξου απ' το καρνάγιο, πέταξέ με στα βαθιά



Ακούστε το κι όλας!



Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

Το χρώμα του μοναχικού ουρανού

Μια βαλίτσα και ένα σακβουαγιάζ ανοιχτά, περιμένουν στο καθιστικό του εξοχικού να γεμίσουν . Κάνω πως δε τα βλέπω και ασχολούμαι με διάφορα άλλα προσπαθώντας να αγνοήσω την παρουσία τους. Έχω την αίσθηση ότι παρακολουθούν τη κάθε μου κίνηση. Αδηφάγα περιμένουν να γεμίσω τις άδειες κοιλιές τους. Η καρδιά μου έχει γίνει κόμπος. Και ο κόμπος ανεβαίνει στο λαιμό. Ανάβω τσιγάρο και βγαίνω στο μπαλκόνι. Γκρίζα η μέρα σήμερα, όμως έχει ζέστη. Κοιτάζω τη θάλασσα, γκρίζα και αυτή, χωρίς τον παραμικρό κυματισμό, έχει χάσει την θαλασσογραμμή της, αφού ορίζοντας και θάλασσα έχουν ακριβώς την ίδια απόχρωση και την ίδια ακινησία. Κοιταζόμαστε με θλίψη. «Δεν αντέχω την παγωμένη μοναξιά του χειμώνα», είναι σα να μου ψιθυρίζει.

Σηκώνομαι κλωτσάω το σακβουαγιάζ που μου κλείνει το δρόμο και βγαίνω από το σπίτι. Πριν φτάσω στη παραλία περνάω από ένα μικρό δασάκι με πανύψηλα πεύκα. Που πήγαν τα πουλιά; Πάντα εκεί γίνεται ένας χαμός από τις φωνές τους, μα τώρα μια περίεργη σιωπή απλώνεται παντού. Μια σταγόνα βροχής αγγίζει αριστερά τον λαιμό μου και λίγο μετά άλλη μια τον δεξί μου ώμο. Επιταχύνω το βήμα μου. Την βλέπω να με περιμένει με τα χέρια ολάνοιχτα Αφήνομαι να βουλιάξω στην αγκαλιά της και γαληνεύω. Η βροχή αρχίζει . Γυρίζω ανάσκελα και την νοιώθω στο πρόσωπό μου. Κάποιο δάκρυ βρίσκει ευκαιρία να πάρει τον δρόμο προς την ελευθερία. Του απαγορεύω την έξοδο.

Βρέχει για τα καλά και το απολαμβάνω με όλο μου το είναι. Ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται. Φοβάται όμως το χειμώνα και τα προβλήματα του, τα ήδη υπάρχοντα, μα και αυτά που θα προστεθούν. Όχι ότι μειώνονται το καλοκαίρι. Απλά τα άλυτα γίνονται πιο θολά πιο δυσδιάκριτα. Με την επιστροφή όμως θα ξαναβρούν τη παλιά τους αίγλη, καθώς διώχνοντας τις όμορφες εικόνες του καλοκαιριού θα πάρουν τη θέση στο μυαλό, θα βάψουν τη ψυχή στο δικό τους χρώμα.

Εκείνο που είναι ίδιο με το χρώμα του μοναχικού ουρανού. Μολυβί!

Boomp3.com

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2008

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

"Το φθινόπωρο είναι η εποχή που η άνοιξη αρχίζει να προετοιμάζει τον ερχομό της" συνήθιζε να λέει η Μαργαρίτα.

Tη γνώρισα την εποχή που έκανα κάμπινγκ. Τα τροχόσπιτά μας ήταν στον ίδιο διάδρομο αλλά το δικό της ήταν αρκετά πιο κάτω. Έτσι όταν πήγαινε προς τη θάλασσα ή το μίνι μάρκετ περνούσε μπροστά από το δικό μου και με χαιρετούσε.

Με είχε εντυπωσιάσει η εμφάνιση αυτής της γυναίκας. Φορούσε πάντα αεράτες εμπριμέ κελεμπίες, με έντονα χρώματα που έρχονταν σε αντίθεση με τη σκούρα επιδερμίδα της και τη φώτιζαν. Όχι ιδιαίτερα ψηλή, αδύνατη, με στητή κορμοστασιά παρά την ηλικία της. Την υπολόγιζα γύρω στα εβδομήντα, από τις πολλές ζάρες και φακίδες που είχε στα χέρια της. Αν αυτά δεν φαίνονταν δεν την έκανες πάνω από εξήντα. Είχε έντονα χαρακτηριστικά σε ένα καλοσχηματισμένο πρόσωπο. Τα σαρκώδη χείλια της δεν τα είδα ποτέ άβαφα. Τα τόνιζε με ένα απαλό κόκκινο χρώμα. Πάνω στη προτεταμένη μύτη της υπήρχε ένα ζευγάρι μικρά στρογγυλά μυωπικά γυαλιά, με μεταλλικό σκελετό και κρύσταλλα σε πολύ ανοιχτό μπλε χρώμα. Το ακόμη πιο εντυπωσιακό επάνω της ήταν τα μαλλιά της. Πλεγμένα σε μια χοντρή λευκή πλεξίδα , που την έφερνε μπροστά από την αριστερή της πλευρά και έφτανε αρκετά κάτω από το στήθος. Στο λαιμό φορούσε πάντα ένα μακρύ κολιέ με μεγάλες πέτρες σε χρώμα τουρκουάζ.

Όποτε περνούσα μπροστά από το δικό της τροχόσπιτο την έβλεπα να κάθεται σκυμμένη πάνω από ένα πλαστικό τραπεζάκι και έμοιαζε πολύ απασχολημένη. Δεν μπορούσα να δω τι ακριβώς έκανε, γιατί είχε γυρισμένη τη πλάτη της στο δρόμο. Μπορεί να έγραφε μπορεί και να ζωγράφιζε. Ίσως και τα δύο. Άκουγε με μανία ροκ μουσική, τη καλύτερη. Της δεκαετίας του εβδομήντα. Της άρεσε πολύ και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου.

*****

Η γνωριμία μου με τη Μαργαρίτα έγινε φιλία λίγο πριν τελειώσει η καλοκαιρινή σαιζόν στις αρχές του Σεπτέμβρη του 2005 που ήταν και το τελευταίο καλοκαίρι που έκανα κάμπινγκ. Ήταν οι μέρες που ο κόσμος είχε αρχίσει το μάζεμα και το καθάρισμα για να κλείσουν τα τροχόσπιτα ή να μαζευτούν τα αντίσκηνα. Εμείς οι δυο δεν είχαμε σκοπό να αρχίσουμε ακόμη να μαζεύουμε.

Εκείνο το βράδυ είχα αποτραβηχτεί στον αγαπημένο μου χώρο απομόνωσης, πέρα στα βράχια, στην άκρη του κάμπινγκ, μακριά από αδιάκριτα βλέμματα. Με μοναδικούς παρατηρητές ένα γεμάτο φεγγάρι και μια ήρεμη θάλασσα, στήθηκε το καβγαδάκι. Η λογική προσπαθούσε απεγνωσμένα να επιβληθεί, με επιχειρήματα και αναλύσεις, αλλά το συναίσθημα είχε μουλαρώσει και δεν άκουγε.

"Μη τα βάζεις με τα συναισθήματά σου έτσι κι αλλιώς αυτά θα επικρατήσουν", άκουσα τη φωνή της δίπλα μου. Τρόμαξα. Δεν την είχα δει να πλησιάζει. Μίλησε και προσπέρασε χωρίς να με κοιτάξει. Για μια στιγμή αναρωτήθηκα αν μιλούσε σε μένα ή σε κάποιον άλλον. Μα δεν βρίσκονταν κανένας εκεί κοντά. Στην αρχή εκνευρίστηκα. Δε μου αρέσει να διαβάζουν τη σκέψη μου. Αισθάνομαι σα να με ελέγχουν και εκεί. Σα να παραβιάζεται η στιγμή της απόλυτης ελευθερίας μου.

Από ένα ίσιωμα πέρασε τα βράχια και βρέθηκε στην άλλη πλευρά της παραλίας. Καθισμένη όπως ήμουν πάνω στο κυματοθραύστη, την παρατήρησα να κάθεται στην άμμο τόσο κοντά στη θάλασσα που το ελαφρό κύμα άγγιζε τα γυμνά της πόδια. Με μια κίνηση έβγαλε το τουρμπάνι από το κεφάλι της και το ακούμπησε δίπλα της. Το θέαμα με σόκαρε. Έμεινα να την κοιτάζω άφωνη βλέποντας το σχεδόν φαλακρό της κεφάλι.

"Είναι από τις χημειοθεραπείες" μου είπε και διέκρινα στο φως του φεγγαριού ένα χαμόγελο θαρρείς και μου έλεγε "είναι από την ίωση της γρίπης που πέρασα". Ντράπηκα για το βλέμμα μου.

"Αν θες παρέα έλα" μου πρότεινε."Εγώ δυσκολεύομαι να κάτσω στα βράχια".

Δεν ήθελα παρέα μέχρι πριν από ελάχιστα λεπτά. Αλλά η πρόσκλησή της κατά ένα περίεργο λόγο, με χαροποίησε.

"Σε παρατηρώ εδώ και χρόνια, μου μοιάζεις. Έτσι ήμουν κι εγώ στα νιάτα μου".

Πρόσεξε την απορία στα μάτια μου και χαμογέλασε.

"Μάζεψα, μίκρυνα, μη νομίζεις, μαζεύει ο άνθρωπος όταν γεράσει".

Φαντάστηκα τον εαυτό μου είκοσι χρόνια μετά. Κοντή και αδύνατη. Το αδύνατη μου άρεσε αλλά το κοντή; Είναι δυνατόν κάποιος με τα χρόνια να χάσει τόσους πόντους;

"Άλλαξες χρώμα στα ρούχα σου φέτος", της είπα για να καταλάβει ότι και γω την είχα προσέξει.

"Πενθώ. Το λευκό είναι το χρώμα του πένθους μου. Το χειμώνα λίγο μετά τη διάγνωση της αρρώστιας μου έχασα τον σύντροφό μου".

"Λυπάμαι", είπα αμήχανα.

"Γιατί λυπάσαι; Τον γνώριζες;" με ρώτησε και με κοίταξε έντονα.

"Όχι, αλλά έτσι δε λέμε όταν…" ψέλλισα.

"Τα τυπικά και τα προσχήματα να τα κρατήσεις για τους άλλους. Μαζί μου θα λες μόνο αυτό που αισθάνεσαι".

Ένοιωσα άβολα, περίεργα. Και μένα δε μου αρέσουν τα τυπικά μα είναι και θέμα ευγένειας και καλών τρόπων.

"Μαζί μου θα είσαι αληθινή", είπε και με καθήλωσε.

"Γιατί μάλωνες με τον εαυτό σου;" με ρώτησε.
"Μα πως το κατάλαβες;" Την κοίταξα απορρημένη. . Γέλασε.

"Σε παρατηρώ εδώ και χρόνια και τον λόγο σου τον είπα. Μου θυμίζεις εμένα στα νιάτα μου". Άντε πάλι "τα νιάτα μου".

"Νομίζω ότι η τελευταία φορά που είδα τα νιάτα μου πρέπει να ήταν πριν από είκοσι χρόνια". Απάντησα και κείνη γέλασε δυνατά και καθόλου προσποιητά.

"Δεν ξέρω τι κάνεις και τι νομίζεις εσύ κορίτσι μου. Εγώ στην ηλικία σου ήμουν στα νιάτα μου".

Έτσι ξεκίνησε το δέσιμο. Φυσικά δεν της είπα τον λόγο που μάλωνα με τον εαυτό μου. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε νόημα. Αυτή η γυναίκα όλως περιέργως ήξερε. Μάντευε ακόμη και τη πιο βαθειά μου σκέψη.

"Είναι κάποια συναισθήματα που όσο τα πολεμάς, θεριεύουν. Όσο τα φυλακίζεις, μεγαλώνουν. Άστα ελευθέρα να εκφραστούν. Αποδέξου τα. Απόλαυσέ τα. Θα κάνουν τον κύκλο τους και θα εξαφανιστούν. Θα ξυπνήσεις ένα πρωί και θα έχουν φύγει το ίδιο ξαφνικά όπως ήρθαν", ολοκλήρωσε τη σκέψη της. Πόσο δίκιο είχε!

*****

Με κάλεσε την επομένη για πρωινό και καφέ Το βράδυ ξαναπήγα. Της πήγα για δώρο ένα από τα σιντί που είχα μαζί μου. Τη συνεργασία του Θάνου με τον Βασίλη, θάλασσα στη σκάλα. Δεν το γνώριζε και χάρηκε πάρα πολύ. Το έβαλε να παίζει και την εντυπωσίασε το τραγούδι, τα έφηβα γεράκια. Μόλις τελείωσε η πρώτη φορά που ακούστηκε το τραγούδι μου είπε να μη μιλάω. Το ξανάβαλε και το άκουσε με προσοχή. Και μετά τρίτη φορά.

"Αυτό το τραγούδι γράφτηκε για μας, τους ώριμους έφηβους. Το γεράκι είναι υποκοριστικό της λέξης γέρος. Ο γέρος, ο γεράκος ή το γεράκι", μου πέταξε θριαμβευτικά. Δεν ξέρω αν συμφωνεί ο Οδυσσέας Ιωάννου με αυτήν τη άποψη ή είχε κάτι τέτοιο στο μυαλό του όταν το έγραφε. Μα μου άρεσε η ερμηνεία της Μαργαρίτας και την κράτησα.

Όσο άκουγε για τέταρτη φορά το τραγούδι σηκώθηκα και πλησίασα ένα τραπεζάκι που μου τράβηξε τη προσοχή η διακόσμηση του. Στο κέντρο μια κορνίζα με μια φωτογραφία του Τσε και γύρω γύρω τακτοποιημένες με τάξη, μεγάλες πέτρες από αυτές που βρίσκει κανείς στις παραλίες, πλατιές με στρογγυλευμένες άκρες. Πάνω σε κάθε πέτρα ζωγραφισμένο ένα τριαντάφυλλο. Διαφορετικό κάθε φορά. Άλλοτε λευκό μέτριο, άλλοτε ροζ μικρό, άλλοτε κόκκινο μεγάλο. Πάνω από το τριαντάφυλλο γραμμένο ένα αντρικό όνομα. Κάπου δίπλα μια ημερομηνία.

"Οι πέτρες της ζωής μου", εξήγησε. Πήρε μια στα χέρια της.

"Ο πρώτος μου έρωτας. Ο πρώτος μου σύντροφος. Γνωριστήκαμε στο αντάρτικο. Αγαπηθήκαμε. Φύγαμε με το τέλος του εμφύλιου στη Σοβιετική Ένωση. Παντρευτήκαμε εκεί. Έζησα μαζί του τέσσερα χρόνια". Άφησε τη πρώτη πέτρα και έπιασε μια δεύτερη.

"Ερωτεύτηκα έναν Ρώσο ποιητή. Το έσκασα μαζί του και φύγαμε για Αμερική. Κάναμε μια κόρη. Όταν το παιδί ήταν κοντά στα πέντε, ο Βλάντικ μας παράτησε για να ζήσει με τον μάνατζέρ του. Το καλό ήταν ότι μας έστελνε αρκετά χρήματα και έτσι ζούσαμε άνετα. Η ζωή μου άλλαξε ρυθμό. Ζούσα έντονα. Γνώρισα πολλούς άντρες. Η οικογένειά μου εδώ στην Ελλάδα δεν ήθελε να με ξέρει. Τους ρεζίλευα είπαν και με ξέγραψαν. Όμως το παιδί μεγάλωνε, τα χρήματα του πατέρα της λιγόστευαν και τα έξοδα με έπνιγαν. Άρχιζα να ζωγραφίζω πίνακες. Αγαπημένο μου θέμα τα λουλούδια Είχα αδυναμία στα τριαντάφυλλα. Τους πουλούσα από δω και από κει για να βγάζω τα απαραίτητα. Οι σπουδές της κόρη μου απορροφούσαν πλέον όσα χρήματα έστελνε ο Βλάντικ. Ένας φίλος είχε γκαλερί. Μου ζήτησε να εκθέσει να έργα μου. Πήγαν καλά. Με αυτά τα χρήματα κάποιο καλοκαίρι που ήρθα για διακοπές στην Ελλάδα , αγόρασα το μικρό παραδοσιακό σπίτι που μένω τώρα στην Άνω Πόλη. Ο ένας του τοίχος είναι ένα κομμάτι από τα κάστρα της πόλης".

Άκουγα με τρομερό ενδιαφέρον. Μια ολόκληρη ζωή απλώνονταν μπροστά μου. Αρχισε να μου δείχνει μια μια τις πέτρες. Να μου λέει τα ονόματα. Κάθε πέτρα και ένας έρωτας. Το τριαντάφυλλο ανάλογο με τη σχέση.

"Και ο Τσε;" ρώτησα μισοαστεία μισοσοβαρά. Το πρόσωπό της για μια στιγμή φωτίστηκε και νόμισα ότι είδα ένα κοριτσάκι, μια έφηβη.

"Ο Τσε ήταν είναι και θα είναι ο μεγάλος έρωτας του νου και της καρδιάς ταυτόχρονα" μου απάντησε και συνέχισε.

"Πριν 6 χρόνια ήρθα από την Αμερική. Η κόρη μου εν τω μεταξύ παντρεύτηκε έναν Αμερικάνο και είναι καλά εκεί. Το πρώτο χρόνο, με κάποια χρήματα που είχα φέρει, εισπράξεις από τους τελευταίους πίνακες που πούλησα, γύρισα πάρα πολλά μέρη της Ελλάδας. Κατέληξα να περνώ τα καλοκαίρια μου εδώ στο κάμπινγκ". Η πέτρα του Σταύρου βρίσκονταν στα χέρια της.

"Με τον Σταύρο γνωριστήκαμε πριν δύο χρόνια σε αυτόν τον χώρο που είχε έρθει για λίγες μέρες φιλοξενούμενος του γιου του. Τον επόμενο Οκτώβρη ήρθε και έμεινε μαζί μου. ‘Έτσι κι αλλιώς το σπίτι του το είχε παραχωρήσει στο γιό του όταν η γυναίκα του πέθανε. ‘Ένοιωθε φιλοξενούμενος εκεί. Ζήσαμε μαζί για σχεδόν ένα χρόνο μέχρι που πέθανε από ανακοπή. Δύο μήνες πριν πεθάνει είχε γίνει η διάγνωση του δικού μου προβλήματος".

Με ήρεμες αργές κινήσεις έβαλε ένα τσιγάρο στη μικρή πίπα της το άναψε και ρούφηξε το καπνό με λαχτάρα σα να ρουφούσε τη ζωή. Τον κράτησε για λίγο και μετά τον άφησε να βγει σιγά σιγά με μάτια μισόκλειστα και κεφάλι γερμένο πίσω. Κάνοντας πως χαζεύω τις πέτρες έψαχνα μήπως και πάνω σε καμιά δω το όνομα του Τσε. Δεν το είδα. Μόνο η φωτογραφία του ήταν εκεί. Πρόσεξα όμως μια άλλη που πάνω δεν είχε τίποτα απολύτως. Τη γύρισα από την άλλη μεριά μήπως καταλάθος την είχε ακουμπήσει ανάποδα..

"Είναι γι αυτό που περιμένω. Γι αυτόν που θα έρθει", άκουσα να λέει με βλέμμα ονειροπόλο κοιτώντας προς τη θάλασσα και ένα όμορφο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της.

Από κείνη τη μέρα και μέχρι τα τέλη του Σεπτέμβρη που ο καιρός χάλασε ήμασταν συνέχεια μαζί. Όταν το κάμπινγκ τελείωσε, δώσαμε υπόσχεση ότι θα βρισκόμασταν και το χειμώνα.

*****

Δεν βρεθήκαμε. Μου φάνηκε ότι το απέφευγε. Ίσως δεν ήταν καλά. ’Ήξερα ότι έμενε στα Κάστρα, αλλά δεν ήξερα ακριβώς πού, γιατί δε μου είπε ποτέ. Απέφευγε την ερώτηση όσες φορές την έκανα. Τηλεφωνιόμασταν όμως συχνά. Συνήθως με έπαιρνε εκείνη γιατί εγώ είμαι λίγο αμελής σε αυτά τα πράγματα.

Πέρασε καιρός που δεν είχα κάποια επαφή μαζί της. Την κάλεσα. Το σήκωσε μια ηλικιωμένη κυρία που μου είπε ότι ήταν η μεγαλύτερη αδελφή της.

"Πέθανε", άκουσα να μου λέει ψυχρά. "Λίγο μετά το καλοκαίρι χειροτέρεψε. Μπαινοβγαίναμε στα νοσοκομεία".

"Πόσο χρονών ήταν;" ρώτησα με φωνή που έτρεμε.

"Εβδομήντα επτά. Δύο χρόνια μικρότερή μου", απάντησε και συνέχισε με μια φωνή πιο κρύα και από τη ψυχή της.

"Είχε δεν είχε, ακόμη και στα τελευταία της μας ρεζίλεψε. Στο νοσοκομείο πρέπει να γνώρισε κάποιον νεαρό που ήρθε στη κηδεία της και έκλαιγε σα μωρό παιδί" .

Έμεινα άφωνη. Από ότι μου είπε για τη ζωή της δεν έπεσε στην αντίληψή μου ότι είχε αδυναμία στους νεαρούς.

"Πόσο χρονών ο νεαρός"; ρώτησα.

"Γύρω στα εξήντα πέντε", ήταν η απάντηση.

Χαμογέλασα. Τη φαντάστηκα σκυμμένη πάνω από την άγραφη πέτρα να ζωγραφίζει το πιο μεγάλο και το πιο κόκκινο τριαντάφυλλο. Να γράφει με καλλιγραφικά γράμματα το όνομά του "νεαρού"και την ημερομηνία της γνωριμίας τους.


Καληνύχτα Μαργαρίτα!

Καληνύχτα έφηβο γεράκι!

Εκεί που είσαι κράτα γερά. Κάποια στιγμή θα ξανανταμώσουμε.


Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος Εκτέλεση: Βασίλης ΠαπακωνσταντίνουBoomp3.com