
Όταν οι επιθυμίες γίνονται μεγάλες, μας ξεπερνούν. Κι όταν προσπαθούμε να τις φτάσουμε, μας παραγκωνίζουν. Αν τις εγκαταλείψουμε θα θεωρηθούμε δειλοί και αν τις κυνηγήσουμε γινόμαστε δυστυχισμένοι. Και σαν φτάσει η επιθυμία μας να γίνει αλήθεια, κρατάει μόνο μια στιγμή.
Κάνοντας η Χριστίνα τον απολογισμό πόσα χρόνια έζησε, πόσα χρόνια θυσίασε στα στερεότυπα του κοινωνικού κατεστημένου, πόσα χρονιά είχε ξεχάσει την δική της ύπαρξη και ζούσε μέσα από τις ζωές των ανθρώπων της οικογένειάς της, ήρθε η ώρα, τώρα που τα περιθώρια του χρόνου στενεύουν, να δώσει την υπόσχεση στον εαυτό της. 'Οσα χρόνια της μένουν "να τα ζήσει". Να μην επιτρέψει "στα πρέπει" να γίνουν φραγμός στις επιθυμίες της.
Αυτό που λαχταρούσε, όσο οτιδήποτε άλλο ήταν να "νοιώσει". Λαχταρούσε να αισθανθεί ξανά έρωτα . Το πάθος ήταν πάντα ζωογόνο γι αυτήν. Δεν ήταν απλά ζητούμενο. 'Ηταν ανάγκη επιβίωσης. Εδώ και χρόνια η καρδιά φυλακισμένη στις απαγορεύσεις , περιφραγμένη η ψυχή μέσα σε όρους και όρια, είχε κοιμίσει αυτό το συναίσθημα. Το ερωτικό πάθος είχε παγώσει. ¨'Η μήπως έχει πεθάνει;" αναρωτιόταν πολλές φορές τρομοκρατημένη. Δεν έτρεφε αυταπάτες ότι μπορεί να εισπράξει το ίδιο συναίσθημα. Το θεωρούσε μεγάλη πολυτέλεια κάτι τέτοιο. Δεν ήταν κόμπλεξ. Ήταν αυτογνωσία. Μια γυναίκα κοντά στον μισό αιώνα ζωής, κάποτε ωραία και γεμάτη χυμούς, τώρα απλώς... μια γλυκιά κυρία. Το πέρασμα του χρόνου από το κορμί της και οι δυο της γέννες, άφησαν στο σώμα της σημάδια καταστροφικά. Μα η ψυχή είχε κάνει την επανάστασή της. "Ζήτημα ζωής και θανάτου", έλεγε η ίδια στον εαυτό της. Να νοιώσει….να νοιώσει! Πώς τη φρόντιζε αυτή την ελπίδα! Φυτό να ΄ταν θα’ χε θεριέψει. Δέντρο να’ ταν θα’χε βγάλει καρπό. Τα βράδια που έκανε τον περίπατό της δίπλα στην αγαπημένη της φίλη τη θάλασσα, σήκωνε τα μάτια στο φεγγάρι και παρακαλούσε
."Κόκκινο θολό φεγγάρι πάρε με μαζί σου να χαρείς μέσα στο κελί μου έχω σαλτάρει, σαν απόκληρος της διαφυγής" Θαρρείς και οι ουρανοί άνοιξαν και η παράκλησή της εισακούστηκε. Σα να της χρωστούσε η ζωή μια τελευταία επιθυμία, όπως τους μελλοθάνατους . Ούτε καν προσπάθησε γι’ αυτό, ούτε το κυνήγησε. Θα ήταν ενάντια στις αρχές της άλλωστε. Απλώς ήλπιζε και περίμενε. "Αν είναι να συμβεί θα συμβεί"σκεφτόταν.
Και συνέβη!
Μεσοκαλόκαιρο. Αρχές Αυγούστου. "Το καλοκαίρι είναι η εποχή των ζωντανών. Η μόνη εποχή που τη γεύεσαι με όλες τις αισθήσεις σου. Η δική μου εποχή. Η αγαπημένη μου." Ήταν από τις πρώτες κουβέντες που αντάλλαξε η Χριστίνα με τον Δημοσθένη.
Ήδη από την πρώτη μέρα της γνωριμίας, λέξη-λέξη, οι κουβέντες γίνονταν πιο ζεστές. Βήμα -βήμα, απομακρύνονταν από το κύκλο του τυπικού.'Ηταν σα να γνωρίζονταν χρόνια. Έρχονταν πιο κοντά μέρα με τη μέρα.Τα όνειρα που έκανε με τα μάτια κλειστά και τα χέρια απλωμένα, δεν της φαίνονταν ούτε τόσο μακρινά, ούτε τόσο μάταια.
"Και ειν' αλήθεια στο άβατο αυτό που έσβηνε η ζωή μου, πως άναψε στα χείλια κρυφό φιλί καυτό."Την ιστορία που άρχισε να ξεδιπλώνεται , δεν την είχε προβλέψει ούτε στη πιο τρελή της φαντασία. Ήταν κάτι πολύ περισσότερο. Δεν ένοιωθε μόνο η ίδια συναισθήματα ερωτικά, αλλά εισέπραττε τον έρωτα και την αγάπη, σε όλο το μεγαλείο.
Χωρίς να το θέλει άρχισαν οι ελπίδες να θεριεύουν. ’Έτσι είναι η ανθρώπινη φύση. Μόλις κατακτήσει αυτό που επιθυμεί, ζητάει κι άλλο… κι άλλο. Ελπίδα ή αυταπάτη, έπεισε τον εαυτό της ότι αυτό που εισέπραττε ήταν αληθινο και όχι ψεύτικο. Εξ άλλου δεν είχε αποδείξεις για το αντίθετο. Και αυτό της έφτανε. Δεν ζητούσε περισσότερα(προς το παρόν).
Τι όμορφος καιρός ήταν αυτός! Η ευτυχία είχε κατακλύσει όλο της το είναι. Σε πόσα μονοπάτια κρυφά δεν περπάτησε μαζί του! Πόσες ενδιαφέρουσες συζητήσεις είχαν κάνει! Συζητήσεις που τόσο της είχαν λείψει. Πόσα απρόσιτα νοήματα γίνανε κουβέντες καθημερινές, άλλοτε στις συναντήσεις τους, άλλοτε ώρες ατέλειωτες στο τηλέφωνο. Είχε να μάθει πολλά απο τον Δημοσθένη. Ήταν μια ανεξάντλητη πηγή γνώσεων.
Της άρεζε να ακούει το γέλιο του. Πηγαίο, σα γάργαρο νερό. Να βλέπει εκείνη τη βαθιά ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια του, όταν ήταν προβληματισμένος. Να σουφρώνει τα χείλια του, όταν ήταν σκεφτικός ή απασχολημένος με κάτι. Άλλες φορές πάλι οι διαφωνίες τους ήταν έντονες και κατέληγαν σε μικροκαυγαδάκια. Για να ξαναερωτευτούν μετά με μεγαλύτερο πάθος.
Άλλαξε η Χριστίνα. Έγινε άλλος άνθρωπος. Πιο γλυκιά, πιο ήπια, πιο ήρεμη στην οικογένειά της. Κοιτούσε στον καθρέφτη και έβλεπε ότι είχε ομορφύνει. Τα χρόνια που την βάραιναν δεν φαινόταν καν και στους ώμους της είχαν φυτρώσει φτερά .
Έφτασε να τον θέλει σαν τρελή. Να τον σκέφτεται κάθε ώρα και λεπτό. Και στα χείλια της να διαγράφεται ένα χαμόγελο στα καλά καθούμενα, ενώ μαγείρευε ή ασχολιόταν με το νοικοκυριό του σπιτιου, καθώς θυμόνταν κάποιο αστείο που είχανε πει. Περίμενε πάντα με αγωνία ένα τηλεφώνημα, ζούσε μόνο για να τον ξαναδεί.
«Ζωή μου» του έλεγε
«σ' ακολουθώ σαν του ανέμου το ουρλιαχτό και κυλιέμαι μαζί σου, σε κλείνω στις χούφτες μου, πριν οι θεωρίες σε σκορπίσουν».
’Εκείνες τις ξεχωριστές στιγμές, τις κλεισμένες σε παρενθέσεις, ένοιωθε πως τα’χε όλα ή τουλάχιστον πάρα πολλά.
'Ομως όπως συνήθως γίνεται, η ευτυχία άρχισε να μετουσιώνεται σε πόνο. Όσο το πάθος της αγάπης μεγαλώνει τόσο πονάει. 'Οτι ήταν ανεκπλήρωτο, άρχισε να στέκεται μπροστά της, σα βαριά καγκελόπορτα.
«Σαν το ρούχο η αγάπη παλιώνει κι είναι σαν ήχος χαλασμένου πιστολιού».Η λογική της έλεγε ότι τώρα ήταν καιρός να σταματήσει αυτή η ιστορία. Να μείνουν στη μνήμη τα όμορφα. Όμως άλλα είχε κατά νου η καρδιά. Η λογική είχε ξεχάσει ότι αυτού του είδους τα συναισθήματα δεν ελέγχονται.
"Θέλω τη μέρα που θα φύγεις απ' το πρωί να μου γελάς κι όταν την πόρτα θα ανοίγεις να είναι σαν να μ' αγαπάς", του είχε πει μια μέρα που η κεραία της διαίσθησης είχε πιάσει κάτι το απόμακρο στο βλέμμα του. Κάτι παγωμένο στον ήχο της φωνής του.
Μια γεύση τρικυμίας στα χείλια του. Ίσως και κείνος είχε τους ίδιους προβληματισμούς. Ίσως απλά "του είχε περάσει" ή είχε κουραστεί.
Με πολύ δυσκολία άρχισε να απομακρύνεται. Δεν φαντάζονταν πόση δύναμη χρειζόταν για να το κάνει αυτό. Η εμπειρία αυτή της απομάκρυνσης αποδείχτηκε τελικά πολύ οδυνηρή.
Ήταν αργά το μεσημέρι ή νωρίς το απόγευμα, όταν χτύπησε το κινητό της. Μέρα Σάββατο, αρχές του πρώτου μήνα της άνοιξης. Είχαν να μιλήσουν δύο ολόκληρες εβδομάδες. Είδε το νούμερό του στην οθόνη και κατάλαβε ότι ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού. Οι κουβέντες λιτές, σε τυπικό επίπεδο. Για την δουλειά, για τον καιρό, τα πρόσφατα πολιτικά γεγονότα. Η Χριστίνα μιλούσε όσο γίνονταν λιγότερο. Είχε κλείσει τα μάτια της και προσπαθούσε με το μυαλό της να ηχογραφήσει την φωνή του, την υπέροχη φωνή του, δυνατή και καθαρή(κάπου στο βάθος διακρίνονταν μια πίκρα ), με μια υφέρπουσα μουσικότητα και τον περίεργο αστείο τρόπο που πρόφερε κάποια σύμφωνα, χαρακτηριστικό της καταγωγής του. Στη συζήτηση δημιουργούνταν κενά.
-Γιατί δε μιλάς;
Τη ρώτησε, κάνοντάς του εντύπωση αυτό, γιατί πάντα η Χριστίνα ήταν λαλίστατη.
-Σήμερα αποφάσισα να σ’ αφήσω να μιλήσεις εσύ.
Του απάντησε χαμογελώντας, θέλοντας να δώσει ένα τόνο ευχάριστο στην κουβέντα.
Ησυχία για λίγα δευτερόλεπτα από την άλλη άκρη της γραμμής.
-Λοιπόν …τα λέμε.
-Ναι τα λέμε.. .
Ήξερε ότι δεν θα τα "ξανάλεγαν" ποτέ πια.
Το τηλέφωνο έκλεισε .
Ευτυχώς! Ούτε λέξη "αποχαιρετισμού"!Δεν θα το άντεχε,θα κατέρρεε.
Ο ανοιξιάτικος καιρός βοηθούσε για μεγάλους περιπάτους. Και αυτοί οι περίπατοι ήταν σωτήριοι. Μέσα στην ερημιά του δρόμου που περπατούσε συνάντησε την πραγματικότητα. Η ερημιά, όλης της προηγούμενης ζωής της είχε αντικατασταθεί με την πληρότητα της ανάμνησής του και την φωτεινότητα της απουσίας του.
Λίγο καιρό μετά της ήρθε ένα μήνυμα."
Πόσο πολύ σ’αγάπησα, ποτέ δε θα το μάθεις..."'Εγραψε την απάντηση "
Μην πεις ποτέ ποτέ , πως όλα ήτανε μια πλάνη. Περιπλανήθηκα μαζί σου και μου φτάνει.»
Αντί όμως πατήσει "αποστολή", προτίμησε να πατήσει "διαγραφή". Είναι φορές, που η σιωπή είναι καλύτερη.
Είσαι πάντα εδώ,σίγουρα είσαι εδώ,μα η ζωή μου έχει φύγει.
--------------------------------------------------------------------------------------------- Οι στίχοι που χρησιμοποιήθηκαν, είναι από τα παρακάτω τραγούδια του αγαπημένου μου Χρήστου Θηβαίου.
1:"Κόκκινο θολό φεγγάρι", στίχοι Χ.Θηβαίου.
2:"'Αβατο",στίχοι Γιώργου Ανδρέου.
3:"Ζωή",στίχοι Χ.Θηβαίου.
4:"Δεν είμαι άλλος",στίχοι Μ.Ελευθερίου.
5:"Θέλω τη μέρα που θα φύγεις",στίχοι Οδυσσέας Ιωάννου.
6:"Θα 'θελα να 'σουνα εδώ",στίχοι Χ.Θηβαίου.
7:"Αγάπη",στίχοι Κατίνας Παϊζη.
8:"Ωροσκόπιο" στίχοι 'Αλκη Αλκαίου
9:"Είσαι ακόμα εδώ",στίχοι Χ.Θηβαίου.
------------------------------------------------------------------------------------------
Μετά από πολύ καιρό βρήκα το χρόνο να ανταποκριθώ στο παιχνίδι music story εμπνευσμένο (και πολύ πετυχημένο ήδη) από τον αγαπητό φίλο Εquilibium, ο οποίος είναι και ο πρώτος που με προσκάλεσε να παίξω.(Θα ήταν καλά νομίζω, κάθε φορά που ένα παιχνίδι παίζεται από κάποιον να κάνει αναφορά στο όνομα του εμπνευστή.Θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντικό αυτό).Ακολούθησαν προσκλήσεις από τους φίλους Theogr, Roadartist, Margarita, Artanis,Anima και αν ξέχασα κάποιον που με προσκάλεσε ας με συγχωρήσει.
ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ
1. Διαλέγεις όσα τραγούδια θέλεις από έναν καλλιτέχνη, άντρα ή γυναίκα, έλληνα ή ξένο, οποιουδήποτε ρεπερτορίου.
2. Σκέφτεσαι μια μικρή ιστορία. 10-20 γραμμές είναι αρκετές, αλλά μέχρι όσο θες.
3. Εντάσσεις μες στην ιστορία σου στίχους από αυτά τα τραγούδια και τους επισημαίνεις ώστε να καταλαβαίνουμε ποιοι είναι.
4. Αν μπορείς συνοδεύεις την ανάρτησή σου με τους ανάλογους ήχους.
5. Καλείς κι άλλους να σου πουν τη δικιά τους Μουσική Ιστοριούλα.
Την σκυτάλη την παραδίνω σε:
Φεγγαραγκαλιά, Φαραόνα, Eλένη(L.N.E), Σταγόνα, Γιώργο(st), Γίγαντα(Giant13), Μαρία Ονειροπαρμένη.